Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Για τον Αλκη..

Γράφτηκε την άνοιξη του 1997 

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Για όλους αυτούς που έφυγαν πρόωρα

Πέρασαν χρόνια από τότε που οι πρωταγωνιστές της σελίδας αυτής ήταν τα παιδιά που έκαναν τις καλοκαιριάτικες σκανταλιές ανακατεμένοι Κονιακίτες Αθηναίοι έτσι για να ξεχωρίζουμε κάπως και για πολύ λίγο καιρό μιας και ο καθένας μας γρήγορα βρισκόταν με τα ξαδέρφια και τους φίλους στα γίδια, στα ζυγούρια, στα χωράφια, στο Βρυσάρι και στη Λίπα, στην Κλεισούρα και στις ρεματιές να απολαμβάνουμε την κοινή μας καλοκαιριάτικη περιπέτεια και δεν ξεχωρίζαμε πιά. Κι απ’ όλους εκείνους η σκέψη γυρνάει στα παιδιά που χάθηκαν πρόωρα, απρόσμενα, φτωχαίνοντας τη συντροφιά στην κοινή της διαδρομή αφήνοντας κενό δυσαναπλήρωτο κρατώντας όμως την εικόνα τους ζωντανή στη σκέψη μας, ζώντας μαζί μας για όσο ακόμα και μεις θα υπάρχουμε.
                Ηταν αρχές του 60 που ήρθαμε τότε αντιμέτωποι για πρώτη φορά με τη φοβερή είδηση πως έφυγε από κοντά μας ο νεαρός Νώντας, που λίγο μεγαλύτερος από εμάς με το Μάρκο και τους υπόλοιπους της ηλικίας τους γέμιζαν τα καλοκαίρια με τη ζωντάνια τους και τις σκανταλιές τους τα σπίτια της γιαγιάς και των θειάδων τους. Αδύνατο να συμφιλιωθεί η σκέψη στα πως και τα γιατί αυτού του γεγονότος που δηλητηρίαζε τις παιδικές ψυχές με τον αρχέγονο φόβο της ασημαντότητας της δικής μας μπροστά στις αλήθειες της ζωής.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια και μάθαμε πως έφυγε από κοντά μας κι ο άλλος φίλος του καλοκαιριού ο Γιώργος που με τον αδελφό του το Μπάμπη ήμασταν αχώριστοι στις εξορμήσεις σε κάθε πιθανή και απίθανη εκστρατεία από το ποτάμι στους αμπούλους που πέταγε ο ένας στον άλλο λάσπη απ΄το ρέμα και γινόμασταν βρώμικοι που δεν είχε άλλο.
Η παρέα που με ένα ποδήλατο πήγαμε στην Κρύα Βρύση και ποζάραμε όλο καμάρι έτσι πρόωρα έφυγε κι ο Βαγγέλης και μετά ο Γιάννης κι ύστερα ο Μίλτος.
Λιγοστέψαμε,  μείναμε λιγότεροι για να θυμόμαστε και να ξαναζωντανεύουμε τα χρόνια εκείνα.
Πριν λίγες ημέρες έφυγε απρόσμενα κι Κώστας, ο γιός του Νίκου και της Κατίνας που μικρό παιδάκι τα χρόνια τα δικά μας έκανε τις δικές του συντροφιές τις καλοκαιριάτικες με τους δικούς του φίλους ακολουθώντας και συνεχίζοντας την αέναη πορεία της κάθε γενιάς αφήνοντας τα παιδιά του ίσως όπως και τα δικά μας να περπατήσουν εκεί που τόσες γενιές περπάτησαν.
Ολοι όσοι μένουμε πίσω πάντα σας έχουμε ζωντανούς στη σκέψη μας και όσο υπάρχουμε θα υπάρχετε και σεις που φύγατε πριν ζήσουμε τα γαλήνια χρόνια της αναπόλησης και του στοχασμού..       

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Το δείπνο

Το μενού περιλάμβανε γίδα βραστή κοκκινιστή με μακαρονάδα από χοντρά μακαρόνια στο ζουμί, η επιλεγόμενη μακαρονάδα «μπλουμ», με ψωμί φουρνιστό, τυρί και άφθονο κρασί.
Τακτοποιήσαμε τα τραπέζια κατά μήκος από τον τοίχο μέχρι την πόρτα δίπλα στη σόμπα, βάλαμε τις καρέκλες, ανεβάσαμε την ένταση της μουσικής και περιμέναμε το σερβίρισμα. Ήρθαν τα πιάτα με το κρέας και τα μακαρόνια και χωρίς να περιμένουμε επιπέσαμε απολαμβάνοντας το λιτό αλλά εξαίρετο δείπνο μέχρι που εμφανίστηκε ο Αποστόλης ο ξάδερφος.
Αυτός θα έτρωγε με την οικογένειά του και μέχρι τότε κατέβηκε να κάνει λίγη παρέα μαζί μας να πιεί ένα κρασί πριν επιστρέψει. Θες η γνωστή απερισκεψία του θες η προσπάθεια του να εντυπωσιάσει θες το καλαμπούρι του πήρε το κλαρίνο να παίξει ενόσω τρώγαμε και ζήτησε απ’ τον άλλο οργανοπαίχτη να τον ακολουθήσει χορεύοντας.
Γελώντας και τρώγοντας οι υπόλοιποι παρακολουθούσαμε χωρίς να μπορούμε να φανταστούμε την περιπετειώδη εξέλιξη του Χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν.
Αφού λοιπόν το κέφι άναψε για τα καλά ο ξάδερφος ζήτησε να σηκωθούμε να χορέψουμε. Πριν λοιπόν αποφάμε σηκώθηκαν δυό τρείς. Στην πρώτη βόλτα σε μια λεβέντικη κολοκαθιά ο ξάδερφος καθώς σηκώθηκε έδωσε με το χέρι του μια στα μπουριά της σόμπας, χωρίς ποτέ να μας ξεκαθαρίσει αν έγινε τυχαία ή το προκάλεσε, και έγινε η απόλυτη καταστροφή.
Τα μπουριά που κρεμόντουσαν με σύρματα απ’ το ταβάνι αποσυναρμολογήθηκαν και στέκονταν μετέωρα κρεμασμένα απ' τα σύρματα που τα συγκρατούσαν γέρνοντας καταστροφικά προς το τραπέζι . Καθώς έγειραν προς το τραπέζι όπου τρώγαμε άφησαν από μέσα τους να πέσει μια τεράστια ποσότητα καπνιάς αρκετής για να βάψει κατάμαυρους όσους είχαν την ατυχία να κάθονται προς την πόρτα, ενώ οι άλλοι τη γλύτωσαν. Η κάπνα έπεσε στους ακριανούς και κυρίως στον Νίκο που στην προσπάθεια του να την αποφύγει πιάστηκε απ’ το τραπέζι έγειρε στο πλάι έχασε την ισορροπία του παίρνοντας μαζί του το τραπέζι και τα πιάτα με τα απομεινάρια της σούπας που έπεσαν μαζί με το τραπέζι απάνω του, προσθέτοντας στην μαυρίλα και τα ζουμιά μαζί με τα μακαρόνια
Το μαγαζί έγινε σαν να πέρασε επιδρομή αγρίων (το λέω έτσι κομψά μη παρεξηγηθεί κανείς 45 χρόνια μετά, τουλάχιστον κάμποσα απ’ αυτά αλιεύονται απ’ τα ημερολόγια του τότε και τις απαραίτητες φωτογραφίες), με τους μισούς να είναι ημιαναίσθητοι απ’ τα γέλια, προφανώς οι τυχεροί που δεν έπεσε απάνω τους η καπνιά, οι άλλοι μισοί αμήχανοι ως οργισμένοι κατάμαυροι απ’ την καπνιά και ο κακομοίρης ο Νίκος με τα υπολείμματα της μακαρονάδας στο κεφάλι του και τις σάλτσες στα ρούχα του εντελώς αμήχανος προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συνέβη.
Ο Αλέκος ως μαγαζάτορας με πρωτοφανή ψυχραιμία άρχισε αμέσως τις εργασίες της όποιας αποκατάστασης μπορούσε να γίνει μετά απ’ την καταστροφή που προηγήθηκε βάλθηκε να ενώνει τα μπουριά που έκαιγαν ακόμη, τα οποία αδυνατώντας πλέον να διώξουν τον καπνό, πλημύρισε με καπνούς το μαγαζί τόσο που δεν μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα. Προσπάθησε λοιπόν να επαναφέρει τα τραπέζια στη σωστή τους θέση να μαζέψει τα πιάτα να σκουπίσει τα υπολείμματα και στο τέλος να σφουγγαρίσει.
Παρόλη την καταστροφή δεν έχασε τη διάθεση του και χαμογελώντας έβλεπε τους ξαπλωμένους απ’ τα γέλια και τα θύματα και το διασκέδαζε κι αυτός με τον τρόπο του. Τελευταίο άφησα το δράστη. Με πονηρό χαμόγελο απολάμβανε το χάος που δημιούργησε και περίμενε να δει τις αντιδράσεις των υπολοίπων για να αποφασίσει αν αυτό που έκανε ήταν αστείο.
Τα πρώτα Χριστούγεννα στο χωριό έμελλε να ήταν γεμάτα απρόοπτα για τη μικρή μας παρέα και γεμάτο φασαρίες για τον υπομονετικό και γεμάτο καλή διάθεση Αλέκο...
(α.λ. 7)  

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Απόγευμα..


Σε λίγο προστέθηκε στην παρέα κι ο ξάδερφος που ενώ ήρθε μες σκοπό να μας φοβίσει τελικά δεν τα κατάφερε κι έτσι ανέβηκε μαζί μας και βάλθηκε κι εκείνος με τη σειρά του να συναγωνίζεται το Νίκο στο φύσημα του κλαρίνου. Τουλάχιστον εκείνος έπαιζε φλογέρα και μάλιστα με αρκετή δεξιοτεχνία που τον είχε κάνει να ξεχωρίζει για την ικανότητα του αυτή. Απηυδισμένοι τους παρατήσαμε να συναγωνίζονται και βγήκαμε στο μπαλκόνι στο παγωμένο απόγευμα που έφερνε το βράδυ με ταχύτητα. Ντυθήκαμε καλά και βγήκαμε  να περπατήσουμε προς τις Γούρνες.
Μια παγωνιά που έφτανε μέχρι το κόκκαλο χωρίς να υπάρχει πνοή ανέμου. Από μακριά ο καπνός απ’ τα τζάκια και τις σόμπες ανέβαινε ολόισιος στο συννεφιασμένο με βαριά πυκνά σύννεφα ουρανό που σκέπαζε όλες τις κορφές γινόταν ένα με το χιόνι κι έδινε μια όψη χειμώνα που είχε κάτσει πάνω απ’ το χωριό , απειλητικός άραγε, προστατευτικός, ποιος να το ‘ξερε.
Το βράδυ έφτασε γρήγορα και επιστρέψαμε στο σπίτι όπου βρήκαμε τους μουσικούς να ετοιμάζονται για τη βραδινή τους παράσταση, καθώς απτόητοι συνέχιζαν το χαβά τους.
Κατηφορίσαμε στο μαγαζί, ο κόσμος μας καλωσόρισε μας κέρασε ανταποδώσαμε το κέρασμα και καθίσαμε παρακολουθώντας τις δραστηριότητες και κουβεντιάζοντας με όλους τριγύρω μας. Το  μαγαζί γεμάτο καπνούς από τσιγάρα άναψαν και οι μισοί από μας που είχαν εδώ και λίγο καιρό αρχίσει να καπνίζουν ανάμεσά τους κι εγώ, και πλημμυρίσαμε ακόμα περισσότερο το χώρο κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Από καιρού εις καιρό που η πόρτα άνοιγε για να βγει η να μπει κάποιος  η ατμόσφαιρα ανανεώνονταν για να ξαναγίνει πάλι πηχτή σε λίγα λεπτά. Η ζέστη απ’ τη ξυλόσομπα ευεργετική, κι η  μυρουδιά απ’ την κατσαρόλα του Αλέκου γαργαλιστική. Κανείς μας δεν νοιαζόταν εκείνη την εποχή για τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα επειδή κανείς δεν ήξερε ακόμη αυτά που μάθαμε χρόνια μετά.
Λίγο κονιάκ λίγο ούζο, λίγο κρασί μιας και δεν υπήρχαν τα τσίπουρα που αντικατέστησαν εκείνα τα ποτά είχαν αρχίσει σιγά σιγά να κάνουν τη δουλειά τους. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει όσο η ώρα κυλούσε γυρνώντας στα σπίτια του για να περάσει τη νύχτα των Χριστουγέννων, κι έτσι απομείναμε επτά νοματαίοι στο μαγαζί του Αλέκου περιμένοντας το δείπνο. Η μουσική απ’ το μαγνητόφωνο κεφάτη, και η διάθεση ακόμη καλύτερη.
(α.λ.6)

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ο Αλκης Μιχος με το πρώτο αυτοκίνητο μέχρι το εκκλησάκι..

Όπως είναι γνωστό, το χωριό μας, ο όμορφος Κονιάκος μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 δεν είχε οδικό δίκτυο που να συνδέεται με το Λιδωρίκι ή με τα γύρω χωριά.
Οι μετακινήσεις των ανθρώπων γίνονταν μέσα από τις στράτες και τα μονοπάτια με τα πόδια και για μεταφορικό μέσο είχανε τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μετά από πολλές προσπάθειες της Αδελφότητας και της Κοινότητας του χωριού μας, άρχισε η διάνοιξη του δρόμου από το Λευκαδίτη προς τον Κονιάκο (ήδη από το Λιδωρίκι έως το Λευκαδίτη είχε γίνει η διάνοιξη του δρόμου).
Η διάνοιξη άρχισε από τη θέση Γμαρωπλαγιά λιγάκι έξω από το Λευκαδίτη, με προσωπική εργασία των Κονιακιωτών, ανδρών και γυναικών. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν για τη διάνοιξη ήταν ο γκασμάς, το τσαπί το φτυάρι και η παραμίνα, που έπαιρνε φωτιά όλη την ημέρα από τα χέρια των Κονιακιωτών. Ανοίγοντας τρύπες στους βράχους και βάζοντας φουρνέλα, ο αείμνηστος Σταύρος Φιλίππου και άλλοι συγχωριανοί μας συνέχιζαν τη διάνοιξη του δρόμου με βάδισμα χελώνας για αρκετά χρόνια.
Θυμάμαι έντονα αυτές τις εικόνες, γιατί είχα επισκεφτεί πολλές φορές με τα δυό μου ξαδέρφια το Βαγγέλη και το Γιάννη, τα παιδιά της θείας μου της Καραϊνοφροσύνη, τις τοποθεσίες που γινόταν η διάνοιξη του δρόμου κι αυτό γιατί πιτσιρικάδες τότε, κάθε καλοκαίρι βρισκόμασταν στον Κονιάκο, το χωριό των μανάδων μας, για παραθερισμό, ερχόμενοι από την Αθήνα.
Εγώ έμενα στο σπίτι της θειάς μου της Ελένης της Μωκάκενας. Εκεί φιλοξενείτο και ο εργολάβος μηχανικός που επιμελείτο το έργο του δρόμου. Θυμάμαι τον έλεγαν Χαϊμάνη Κώστα και ήταν από κάποιο κοντινό χωριό. Ηταν ένας ευγενικός κύριος και με συμπαθούσε. Θυμάμαι μια φορά που συζητούσε στο σπίτι της θειάς με τον αείμνηστο τότε πρόεδρο της Κοινότητας, μπάρμπα Κώστα Καραγιάννη με τον ξάδερφό μου και με άλλους άντρες του χωριού για το έργο του δρόμου που θα γίνουν οι στροφές, που θα βάλουνε τα φουρνέλα, κ.α. Καθόμουνα και εγώ εκεί κοντά και τους άκουγα. Κάποια στιγμή ο εργολάβος γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε και μου είπε. Τι λες εσύ μικρέ; Θα φτιάξουμε το δρόμο; Και εγώ του απάντησα: Το δρόμο θα τον φτιάξετε αλλά θα περνάνε μόνο γίδια αφού είναι γεμάτος κοτρόνια και χαμάδες οι ρίζες από τα πουρνάρια προεξέχουνε και πεδικλώνεσαι ούτε με τα πόδια δεν μπορείς να περάσεις. Τότε έβαλαν όλοι τα γέλια και μου είπανε ότι όταν θα τελειώσει ο δρόμος και φτάσει μέχρι το χωριό θα γίνει ίσωμα.
Μετά το μέσον της δεκαετίας του 1950 η διάνοιξη του δρόμου είχε φτάσει μέχρι το εκκλησάκι της Παναγίας, κοντά στο Βαθύρεμα.
Ήταν τέλος Ιουνίου θυμάμαι ήταν Τετάρτη απομεσήμερο και βρισκόμουνα στο μπαλκόνι του σπιτιού της γιαγιάς μου της Λιάρενας και συζητούσα μαζί της, όταν ξαφνικά ακούγεται ένας τενόρος από αυτοκίνητο να λαλεί μια ανεπανάληπτη μια αξέχαστη μελωδία(πέντε ήχων) τόσο δυνατά που αντιλαλήσανε τα βουνά, Γκιώνα και τα Βαρδούσια. Φαντάζομαι ότι θα προγκίξανε τα γιδοπρόβατα στη γύρω περιοχή και ακόμα ότι θα λακίσανε και τα αγρίμια από την πρωτάκουστη για τούτο τον τόπο φωνή η οποία ερχόταν από το χωριό χαμηλά και από το μέρος που βρίσκεται το εκκλησάκι.
Τότε η γιαγιά μου λέει. Τι εν τουτουϊά π’ χουιάζ μαρέ πιδάκι μ; και εγώ της απάντησα: Αυτοκίνητο είναι, ήρθε αυτοκίνητο γιαγιά. Και σύρε να ιδείς και λαβάτωσα μου απάντησε. Αφήνω τη γιαγιά μου και κάνω τον κατήφορο τρέχοντας απ’ τα σοκάκια και φτάνω στην πλατεία του χωριού. Εκεί συναντήθηκα και με άλλους πιτσιρικάδες Κονιακίτες και Αθηναίους, και όλοι μαζί παίρναμε τον κατήφορο τρέχοντας για το Εκκλησάκι.
Εκεί αντικρίζουμε έκθαμβοι ένα αυτοκίνητο να έχει σταθμεύσει στο τέλος του κακοτράχαλου δρόμου μπροστά στο Εκκλησάκι. Τα μάτια μας καρφωθήκανε πάνω στο αυτοκίνητο που ήταν ένα καινούργιο Alfa Romeo Julietta της εποχής εκείνης που το έφερε ο αείμνηστος ο Αλκης ο Μίχος ο οποίος μόνο αυτός μπορούσε να το οδηγήσει επάνω στα κατσάβραχα και τους χαλιάδες μιας και ήταν την εποχή εκείνη πρωταθλητής Ελλάδος στους αγώνες των αυτοκινήτων και διεκδικητής της πρώτης θέσης του ράλλυ Ακρόπολις του πιο σκληρού ράλλυ στον κόσμο.
Στη συνέχεια και μέχρι να συστηθούμε με τον Αλκη εμείς οι πιτσιρικάδες φτάνουνε από κοντά και μερικοί άντρες του χωριού. Τον χαιρέτησαν κι αυτοί και τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία και τον ρωτούσαν πως τα κατάφερε και ήρθε με αυτοκίνητο μέχρι εδώ, περνώντας αυτόν τον κακοτράχαλο και αδιάβατο δρόμο. Εκείνος τους έκανε με τα χέρια τις κινήσεις των φτερών απ’ τα πουλιά όταν πετάνε. Πετώντας το έφερα το αυτοκίνητο τους έλεγε. Και τον δρόμο τον έκανα ίσωμα.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο πίσω μας πήραμε τον ανήφορο και πήγαμε όλοι μαζί στο χωριό. Το ίδιο βράδυ γλεντήσανε το γεγονός στο μαγαζί του Τσελονίκου οι Κονιακίτες με άφθονο κρασί.
Την άλλη μέρα που θα έφευγε για την Αθήνα ο Άλκης, κατεβήκαμε από το χωριό στο εκκλησάκι πολλοί άνδρες του χωριού ο Πρόεδρος κι ο Ιερέας του χωριού ο αείμνηστος Παπαμάρκος και φυσικά ένα τσούρμο πιτσιρικάδες για να τον αποχαιρετήσουμε. Εκεί ο ιερέας έκανε αγιασμό και μετά τον αποχαιρετίσαμε, ευχόμενοι να έχει καλό ταξίδι.
Ο Άλκης μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο έβαλε μπρος στη μηχανή έκανε μια δεξιοτεχνική μανούβρα κι έφυγε σαν άνεμος με τον τενόρο του αυτοκινήτου να μας αποχαιρετά λαλώντας δυνατά εκείνη την ανεπανάληπτη πεντάφωνη μελωδία. Καθήσαμε για λίγο ακόμα στο εκκλησάκι και περιμέναμε να φανεί το αυτοκίνητο απέναντι στο Λευκαδιώτικο βουνό. Χωρίς να το καταλάβουμε και σε χρόνο ρεκόρ είδαμε τον κουρνιαχτό του αυτοκινήτου να ανεβαίνει τη Γμαρωπλαγιά και να χάνεται προς το Λευκαδίτη.
Αυτό ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που πάτησε τα χώματα του Κονιάκου και έφτασε τότε στο εκκλησάκι. Αυτουνού του αυτοκινήτου τη φωνή πρωτοάκουσαν η Γκιώνα, ο Μόρνος, τα Βαρδούσια και ο όμορφος Κονιάκος.
Μάρκος Φαμέλης.
Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο ΚΟΝΙΑΚΟΣ" στο τεύχος Ιουνίου 1999

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Η άφιξη

Περασμένο μεσημέρι κι η υπόλοιπη παρέα έφτασε στο χωριό. Τους είχε οδηγήσει ο αδερφός μου και αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο, ανέβηκαν στο μαγαζί όπου τους περιμέναμε εγώ με το Νίκο. 
Ο Αλέκος μετά τις συστάσεις έφερε κονιάκ σε όλους καθίσαμε γύρω απ’ τη σόμπα που ζέσταινε το χώρο κι αρχίσαμε τα αστεία και τα σχέδια για το πώς θα περάσουμε τις υπόλοιπες ημέρες. Συνεχίσαμε να ζεσταινόμαστε με τη σόμπα και το κονιάκ και να τρώμε τα στραγάλια που μας έφερνε κάθε λίγο και ότι άλλο διέθετε σαν συνοδευτικό.
Αφού συνεννοηθήκαμε το βράδυ να μας έχει εορταστικό δείπνο ανηφορίσαμε προς το σπίτι της γιαγιάς, που ήταν άδειο μιας και είχε φύγει από καιρό για την Αθήνα,  όπου και θα έμεναν οι περισσότεροι, προκειμένου να ταχτοποιηθούμε να στρώσουμε τα σκεπάσματα  να επιχειρήσουμε να ανάψουμε το τζάκι και να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις της παραμονής μας χωρίς απρόοπτα και να σχεδιάσουμε την επαναφορά  του χώρου στην προηγούμενη κατάσταση του όταν θα φεύγαμε.
Οι τρεις ξένοι, ο Νίκος κι ο Γιάννης θα μένανε εδώ κι εγώ θα πήγαινα στην άλλη γιαγιά. Στρωματσάδα για τρείς κι οι άλλοι δυό στα κρεβάτια ήταν μια καλή κατανομή. Βέβαια με την ανύπαρκτη στεγανότητα του σπιτιού το να κοιμηθεί κανείς στρωματσάδα καθώς θα έμπαινε η Γκιώνα απ’ το κατώι θα ήταν μια εμπειρία αλλά δεν μας έμενε άλλη επιλογή απ’ το να χρησιμοποιήσουμε ότι βελέντζα υπήρχε  προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα φράχτη στην παγωνιά που έμπαινε από το κατώι. Όπως αποδείχτηκε τελικά, ο μεσαίος στη στρωματσάδα είχε το πρόβλημα καθώς οι δυό ακριανοί τραβούσαν τα σκεπάσματα για να καλυφτούν όσο περισσότερο γίνεται και δημιουργούσαν μια περίεργη «τέντα» πάνω απ’ τον μεσαίο στερώντας του τη δυνατότητα να σκεπαστεί κι αυτός σαν άνθρωπος.
Ο ένας από τους ξένους μας, ο Νίκος ο μόνος από όλους μας που είχε μουστάκι, έκατσε σταυροπόδι μπροστά στη φωτιά που καταφέραμε να ανάψουμε και συναρμολόγησε το κλαρίνο που είχε πάρει απ’ τον Αλέκο και βάλθηκε να το φυσάει.
Το θέαμα στην αρχή  ήταν αστείο καθώς κοκκίνιζε και έβγαζε ήχους παράταιρους προσποιούμενος τον κλαρινίστα. Η αρχική αστεία σκηνή άρχισε να εκνευρίζει τους περισσότερους καθώς ο φίλος μας έχοντας πάρει στα σοβαρά το ρόλο του συνέχιζε απτόητος να μας ξεκουφαίνει με τα στριγκλίσματα του οργάνου, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες.
(α 5)

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Παραμονή..


Το πρωί της παραμονής μας περίμεναν πολλά για να κάνουμε. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να προετοιμάσουμε το κατάλυμα για τους υπόλοιπους που περιμέναμε, δεύτερο έπρεπε να επιμεληθούμε για το βραδινό δείπνο για το δείπνο της παραμονής, για το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Πριν απ’ όλα όμως με ξύπνησε η μυρουδιά απ’ την τυροκλούρα που η γιαγιά από νωρίς είχε φτιάξει και είχε φουρνίσει στη γάστρα. Ήξερε ότι εμείς δεν νηστεύαμε.  Ο ξάδερφος είχε φύγει κι αυτός  από νωρίς και είχε πάει στα παλιόμαντρα, ίσως επέστρεφε το βράδυ ίσως όχι. Το θεσπέσιο αυτό πρόγευμα ήταν ότι χρειαζόταν για να βγω στο κρύο και βροχερό  πρωινό. Πριν απ’ όλα όμως έπρεπε να τριγυρίσω λίγο στα κοντινά μέρη τα καλοκαιριάτικα να έχω την εικόνα του χειμώνα να συγκρίνω και να διαλέξω, αλλά πάνω απ’ όλα να νιώσω ελεύθερος. Όχι βέβαια πως μας έλλειπε η αίσθηση αυτή αλλά όταν φτάναμε σε τούτο τον τόπο  νιώθαμε αποκομμένοι από κάθε δεσμό που μας κράταγε με οτιδήποτε έστω και για λίγο.
Άνοιξα μια παλιά ομπρέλα ντύθηκα σφιχτά ένα ναυτικό αμπέχονο πάνω από ένα χοντρό πουλόβερ και ξεκίνησα προς το Γεροσάκο. Το ψιλόβροχο κι η αντάρα δεν επέτρεπαν μεγάλη ορατότητα όμως τα μέρη ήταν γνωστά και πολυπερπατημένα. Τίποτα δεν ακούγονταν, έξω από μικρά τριξίματα απ’ τα πουρναρόφυλλα καθώς τα περπάταγα και τα κουδούνια των κοπαδιών που είχαν βγει για την πρωινή τους βοσκή. 
Ο τόπος μύριζε βροχή κι απ’ το χωριό ερχόταν η μυρουδιά απ’ τα τζάκια ανακατεμένη με τις μυρουδιές απ’ τα λίγα νηστίσιμα φαγητά που μαγείρευαν οι νοικοκυρές για το μεσημέρι της παραμονής. Γνώριμη μυρουδιά.
(a. 4)