Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Καθώς περνά η μέρα..

Απλώνονταν στο γρασίδι και στις φτέρες τραπεζομάντηλα, καθαρά πολύχρωμα και άσπρα, και οι μαρούδες ξεφόρτωναν το περιεχόμενο τους. Οι μυρουδιές με πιο έντονη εκείνη του τυριού απλώνονταν στην ατμόσφαιρα, και το κρασί το κόκκινο Κονιακίτικο κρασί απ’ τα γκοσμάδια με την ελαφρά γλυκιά του γεύση και τη σπιρτάδα απ’ το ρετσίνι απ’ τα έλατα έμπλεκε την ευχάριστη μυρουδιά του με τις υπόλοιπες και έφτιαχνε ένα μίγμα που θα χαρακτήριζε πια κάθε εκδρομή. Δεν θυμάμαι ποιος έβγαλε από ένα χασαπόχαρτο κομμάτια προβατίνας κατάλληλα κομμένα και κάποιος άλλος βρήκε ένα ίσιο ξύλο και το κοντοσούβλι θα περίμενε την θράκα για να ψηθεί και να συμπληρώσει το τραπέζι που άρχιζε με τον ερχομό και θα τέλειωνε με την αναχώρηση.  Δυό τρείς πέτρες μαυρισμένες από παλιότερες θράκες και τοποθετημένες σε ημικύκλιο έδειχναν πως πριν από μας κι άλλοι είχαν φτιάξει ανάλογες ψησταριές κι ίσως είχαν και φωτιές να ζεσταθούν.
Τα παιδικά μας μυαλά έφτιαχναν ιστορίες με φωτιές που ζέσταιναν τις νύχτες όλους εκείνους που ζούσαν μέσα στο δάσος φυλάγοντας τα ζωντανά τους η και ακόμα τους οδοιπόρους που τους έπιανε το σκοτάδι προτού φτάσουν στον προορισμό τους. Μια ανατριχίλα πέρναγε το κορμί στη σκέψη της διανυκτέρευσης σ’ ένα τέτοιο μέρος ανάμεσα στις φωνές των αγριμιών και το φόβο του όντος που βρίσκεται στο έλεος της φύσης.
Οι ιστορίες με τα ξωτικά και τις νεράιδες που μας έλεγαν οι γιαγιάδες με προφανή σκοπό να μας φοβίσουν και να μη γυρνάμε άσκοπα τα βράδια στις ερημιές, έπαιρναν μορφή στη σκέψη και συνδύαζαν τα ευρήματα όπως αυτό της φωτιάς και η παιδική φαντασία έτρεχε φτιάχνοντας ιστορίες. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να ασχοληθούμε και με τα ξωτικά και να μάθουμε όλα εκείνα τα μαγικά που θα μας έκαναν άτρωτους στην τυχαία επαφή μαζί τους. Προς το παρόν ευχόμαστε να μη μας συμβεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου