Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Ο χοντρός...

Σε μια κλειστή κοινωνία όπως η μικρή κοινωνία του χωριού μας υπήρχαν πολλοί που οι παραστάσεις τους ήταν περιορισμένες και η επαφή τους με τον έξω κόσμο πενιχρή. Στα παιδιά του χωριού αυτό ήταν εντονότερο μιας κι ο κόσμος τους άρχιζε και τέλειωνε στο περιφραγμένο από βουνά πλάγιο όπου τα σπίτια μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο σχημάτιζαν τον μικρό οικισμό που ήταν η αρχή και το τέλος των παραστάσεων και των εμπειριών της πιο ζωντανής μερίδας των ανθρώπων του που είναι τα παιδιά. Εκείνο το καλοκαίρι στα μέσα του 60 ο αριθμός των παιδιών που ζούσαν και μεγάλωναν εκεί πάνω, ήταν αρκετά μεγάλος και ιδιαίτερα ζωντανός το δε καλοκαίρι που ανηφόριζε και η υπόλοιπη στρατιά των πιτσιρικάδων από Αθήνα μεριά, η πλατεία και τα σοκάκια γέμιζαν φασαρία και τρεχαλητό. Η ανάμιξη των επισκεπτών του καλοκαιριού με τους ντόπιους ήταν άμεση, και η δραστηριότητες σχεδόν ταυτόσημες σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από πέρσι που χωρίστηκαν. Με την άφιξη των πρώτων γρήγορα μετριόμασταν να δούμε ποιος έλλειπε απ’ την περσινή παρέα και μαθαίναμε πάλι γρήγορα από τους συγγενείς πότε θα έλθουν και οι υπόλοιποι για να συμπληρωθούν οι ομάδες. Τη χρονιά εκείνη περιμένοντας τις αφίξεις κάποιος από τους ντόπιους είπε πως θα έρθει στο χωριό κι ο Λάκης. Αυτός ήταν σταθερός τα χρόνια εκείνα στην καλοκαιριάτικη παρέα και η πρώτη χρονιά που θα ερχόταν σημαδεύτηκε από τούτο το περιστατικό. Κάποιος λοιπόν είπε πως αυτός που θάρθει είναι χοντρός. Ακούστηκε παράξενο στα παιδικά αυτιά το χοντρός και βάλθηκαν όλοι να κουβεντιάζουν τι ακριβώς είναι ο χοντρός. Είναι φανερό πως η εικόνα αυτή στα παιδιά στο χωριό διαχρονικά δεν ήταν οικεία, δεν ξέρω αν θυμάται κανείς χοντρό παιδί στα χρόνια εκείνα κι απ’ ότι θυμάμαι κι απ’ τους μεγάλους ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χοντροί. Έτσι λοιπόν η εικόνα αυτή στα παιδιά του χωριού με τις περιορισμένες παραστάσεις του μικρόκοσμου που ζούσαν, η μορφή ενός τέτοιου παιδιού φάνταζε αν όχι εξωτική τουλάχιστον αξιοπερίεργη.
γ.λ. (1)

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Προς το καλοκαίρι..

Χίλια μύρια σχέδια, άλλοι τόσοι περίπατοι, και εκδρομές, και στο ποτάμι και στην Κρύα Βρύση και στον Κάναλο και στην Βρωμόγουρνα, μέχρι και στο Καρτάκι, φτιάχνουν περίπλοκους δρόμους όσο το σχολείο φτάνει στο τέλος του και οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού έρχονται. Μαζί με τις μέρες αυτές η προσμονή μεγαλώνει και όλα όσα τριγύρω συμβαίνουν γίνονται θαμπά αφού η σκέψη τα διαπερνά καθώς στοχεύει μακρύτερα. Τα ραντεβού της μεγάλης βδομάδας έχουν στοιχειώσει το σήμερα και δεν αφήνουν θέση για οτιδήποτε άλλο. Τα δειλά τηλεφωνήματα αρκούσαν να κρατάνε τη υπόσχεση ζωντανή κι άνοιγαν το δρόμο για χίλια μύρια σχέδια. Οι πρώτοι αυτοί έρωτες κράταγαν ζωντανά τα πρόσωπα που ο χρόνος νομοτελειακά θα ξεθώριαζε, κι οι αποστάσεις τότε μακρινές, σχεδόν απροσπέλαστες από τη διστακτικότητα, την έλλειψη επικοινωνίας περισσότερης απ’ ότι η ηλικία επέτρεπε και ο σφιχτός έλεγχος από τις συνήθειες του χωριού που δυσκόλευαν ακόμη τις κινήσεις έφερναν μαζί με την προσμονή και την απογοήτευση, πως τίποτε και κανένα σχέδιο δεν θα μπορούσε να τρέξει, έτσι όπως το είχα σχεδιάσει. Κι όμως εκείνο που ανίκητο ανέτρεπε κάθε σχέδιο και έφτιαχνε τα δικά του ήταν ο έρωτας στα χρόνια της πρώιμης νιότης, εκείνος που εξιδανικεύει και πρόσωπα και φιγούρες και συνήθειες, ακόμη και το γέλιο ακόμη και μια μικρή κίνηση ακόμη κι ένα μικρό ανεπιτήδευτο άγγιγμα, ακόμη και το βλέμμα, και πιο πολύ απ’ όλα η αδιαφορία για τις συμβάσεις που κράταγαν το χωριό δεμένο σε συνήθειες παλιές που στα χρόνια εκείνα δειλά άρχιζαν να χαλαρώνουν. Αλλά θα μιλήσουμε αργότερα και για τους έρωτες τα χρόνια εκείνα, και αρκετοί από μας και αρκετές θα βρουν σε κείνα που θα πούμε τα πρόσωπα που για πολλούς ο χρόνος δεν μπόρεσε να ξεθωριάσει.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Τα πρώτα σκιρτήματα...

Μεγάλη βδομάδα λοιπόν και σαν σουρούπωνε κατηφόριζα στην εκκλησία μαζί με τα παιδιά να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία και παράλληλα να δούμε και τον υπόλοιπο κόσμο που την ημέρα ήταν στη δουλειά και μόνο το βράδυ είχε την ευκαιρία να βρεθεί για λίγο. Βράδια με ψυχρό αεράκι βράδια γεμάτα μυρουδιές και κατάνυξη, μια πανώρια απόκοσμη ανοιξιάτικη μυσταγωγία μέσα στην εκκλησία με τον μοναδικό της ψάλτη και τον παπά να διαβάζει και να ψέλνει τους ύμνους της μεγάλης βδομάδας.
Εκεί λοιπόν ήταν και μια παρέα κορίτσια που είχαν έρθει κι αυτά απ’ την Αθήνα για τις ημέρες αυτές, και ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμασταν κοντά κι ήταν η πρώτη φορά που τα σκιρτήματα της άνοιξης γίνονταν ένα με τα σκιρτήματα των αισθημάτων που ώριμη πια η ώρα τα έφερνε κι αυτά στην επιφάνεια. Οι μέρες της μεγάλης βδομάδας τη χρονιά εκείνη ήταν οι ομορφότερες οι πιο ζεστές οι πιο γλυκές μέρες που πέρασα ποτέ στο χωριό κι έπρεπε νάναι Πάσχα για να συμπληρώσει με τη δική του παράξενη μυσταγωγία τη μυσταγωγία της άνοιξης και των συναισθημάτων.
Γρήγορα η συντροφιά με τα κορίτσια έγινε καθημερινή. Αρκούσε ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα για να κάνει τις στιγμές μαγικές, μα πάνω απ’ όλα η τελετουργία της εβδομάδας των παθών μας έδωσε μιάς πρώτης τάξης ευκαιρία να είμαστε πολλές ώρες μαζί. Και το πρωί κατεβαίναμε στον Αη Γιώργη και το απόγευμα από νωρίς μέχρι που τέλειωνε η λειτουργία, και ήμασταν τόσο πολύ αφοσιωμένοι στα δρώμενα που μέχρι και τον Απόστολο διάβασα ένα πρωινό. Η πιο όμορφη μέρα όμως απ’ όλες ήταν η μέρα που βγήκαμε όλοι συντροφιά στα χωράφια και στ’ αμπέλια για να μαζέψουμε λουλούδια που θα στόλιζαν τον επιτάφιο. Ξαπλωμένοι στα χόρτα ανάμεσα στα λουλούδια κουβεντιάζαμε και γνωριζόμασταν, ψάχναμε τα πρώτα βήματα στο διαχρονικό ταξίδι των σχέσεων ανάμεσα στα κορίτσια και στα αγόρια, και τα πρώτα αυτά βήματα είχαν μέσα τους τη δειλία τη συστολή, την επιφυλακτικότητα, όλα εκείνα που κάνουν την κίνηση σημειωτόν, μέχρι που τα χρόνια κι οι εμπειρίες αλλάξουν τον τρόπο και κάνουν τα βήματα πιο γρήγορα και πιο μεθοδικά. Όμως η ομορφιά και το χτυποκάρδι της αγνής επαφής είναι μακρά εκείνο που γεμίζει τον κόσμο και τον κάνει εξωπραγματικό, ουράνιο.
Οι μέρες κύλησαν γοργά ανάμεσα στις φευγαλέες επαφές με κάθε μικρή ή μεγάλη ευκαιρία. Δώσαμε υπόσχεση να μιλάμε στο τηλέφωνο μέχρι το καλοκαίρι, που αν όλα έρχονταν όπως τα λογαριάζαμε, θα συναντιόμασταν πάλι και θα συνεχίζαμε από κει που η τρίτη μέρα του Πάσχα μας διέκοψε. Σαν έφυγαν, η ανάμνηση των όμορφων ημερών έμεινε να γεμίζει το χωριό ολόκληρο, και η επιστροφή αμέσως μετά της Αρσαλής έκλεινε την πρώτη Πασχαλιάτικη επίσκεψη στο χωριό.
Οι μέρες που κύλησαν μέχρι το καλοκαίρι ήταν μέρες αναμονής και πολλών πολλών σχεδίων, το σχολείο φαινόταν ασήκωτο, και οι μέρες έμοιαζαν να μην περνούν ποτέ.
Ι.Κ.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Πάσχα 1969..

Η πρώτη φορά που ανέβαινα τέτοια εποχή στο χωριό. Ηταν όλα τα προηγούμενα χρόνια που η σφοδρή επιθυμία να ανηφορίσω στα μέρη τα γνωστά του καλοκαιριού την άνοιξη έγινε πραγματικότητα. Η άνοδος τα Χριστούγεννα ήταν άλλη μια εξίσου σφοδρή επιθυμία που έμενε ανολοκλήρωτη. Το χωριό γεμάτο κόσμο, το Πάσχα έπεφτε αργά και είχαν γυρίσει όλοι οι χωριανοί απ’ τα χειμαδιά, σκορπισμένοι το χειμώνα στις παραλίες στα παλιόμαντρα ακόμη και στην Αθήνα.
Η φύση διαφορετική από κείνη που ήξερα το καλοκαίρι σε μια οργιαστική βλάστηση με τα χωράφια γεμάτα αγριολούλουδα που παιχνίδιζαν αφήνοντας μυρουδιές στο πρώτο ζεστό χάδι του Απριλιάτικου ήλιου, έτσι όπως τον απάλυνε το ελαφρύ αεράκι του πρωινού. Η περιμετρική εικόνα ένα χάρμα στη ματιά. Κι έτσι χωρίς καμιά κουβέντα παρασυρμένος σ’ αυτό το οργιαστικό ανοιξιάτικο τοπίο δεν έκανα άλλο από το να μετέχω μικρός ελάχιστος μπροστά στο μαγικό ξύπνημα της ζωής.
Όλα τα σπίτια γεμάτα κόσμο κι όλοι οι φίλοι του καλοκαιριού έχοντας γυρίσει απ’ το Λιδορίκι μιας και το Γυμνάσιο είχε σταματήσει για τις γιορτές όταν μπόρεγαν απ’ τις άπειρες δουλειές που είχαν ανέβαιναν στην πλατεία στο μαγαζί που συναντιόμασταν και αλλάζαμε δυό κουβέντες. Τη χρονιά εκείνη το χωριό είχε ένα παπά ξενομερίτη που έμενε σ’ ένα απ’ τα σπίτια στον δημόσιο δρόμο κοντά. Έτσι λοιπόν τη μεγάλη εβδομάδα και την ανάσταση θα ζούσε ο κόσμος του χωριού με τον παραδοσιακό τρόπο με τη λειτουργία της μεγάλης βδομάδας με τον επιτάφιο με την ανάσταση, και μαζί κι εγώ.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Επίλογος..

Ανακουφισμένοι λοιπόν τρέξαμε στο σπίτι ψάξαμε στη βαλίτσα μας και αλλάξαμε εσώρουχα φορέσαμε κάτι στεγνό κι αφήσαμε τα βρεγμένα να στεγνώσουν μακριά απ’ το βλέμμα της γιαγιάς που είχε ένα σωρό άλλες δουλειές να φτιάξει κι έτσι πιστέψαμε πως η περιπέτεια που ζήσαμε, πηγαίνοντας για πρώτη φορά στο ποτάμι με τον ανορθόδοξο αυτό τρόπο θα είχε αίσιο τέλος. Ένα λιτό δείπνο, και το σκέπασμα με τις βελέντζες ηρέμησε τις αισθήσεις απάλυνε τις ενοχές και πρόσφερε ένα λυτρωτικό ύπνο.  Αύριο ποιος ξέρει.. 
Το ποτάμι λοιπόν, ο μακρινός και συνάμα κοντινός προορισμός που ήταν η μύχια επιθυμία  χρόνων επιτέλους κατακτήθηκε άφησε όμως πολλές πάρα πολλές εκκρεμότητες για το μέλλον και η επιστροφή σ’ αυτό θα ήταν πιο οργανωμένη χωρίς τα συμβάματα της πρώτης αυτής προσέγγισης, θα μπορούσαμε να το εξερευνήσουμε πιο αποτελεσματικά και να ετοιμάσουμε τα σχέδια για τα επόμενα χρόνια που πιο μεγάλοι και με πολλούς παρέα θα κατηφορίζαμε χωρίς τις γνωστές δεσμεύσεις της μικρής μας ηλικίας. Έτσι λοιπόν το ποτάμι έγινε ο αγαπημένος προορισμός τα επόμενα χρόνια όπου μεγάλες συντροφιές κινάγαμε το πρωί και περνάγαμε τη μέρα μας στις σκιερές του όχθες και στις μεγάλες μπαρούκες, κολυμπώντας ψαρεύοντας και φτιάχνοντας μαγειριές σε αυτοσχέδιες φωτιές. Αυτά όμως θα τα εξιστορήσουμε πιο ύστερα.        

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Πίσω στο χωράφι..

Τα σκυλιά ήρθαν και στάθηκαν απέναντί μας και γάβγιζαν με μανία.
Φορέσαμε τα βρεγμένα βάλαμε τα παπούτσια και πήραμε σιγά σιγά τον ανήφορο για το χωράφι εκεί στις πουρνάρες. Καθώς ανηφορίζαμε η φωνή της γιαγιάς ακούστηκε δυνατή και ανήσυχη να μας καλεί, μιας και μάλλον τώρα πήρε χαμπάρι ότι λείπαμε. Απαντήσαμε καθησυχάζοντας την και ψάξαμε να βρούμε ένα προσήλιο για να στεγνώσουμε τα ρούχα που φοράγαμε που είχαν ήδη βρέξει και τα υπόλοιπα και κόλλαγαν απάνω μας δίνοντας μια αίσθηση ανυπόφορης βρωμιάς. Μόνο οι κάλτσες και τα παπούτσια ήταν στεγνά. Η ώρα πέρναγε τα βασιλέματα έπαιρναν να κυλάνε κι ο ήλιος πήρε τον ανήφορο για τη Γκιώνα κι η δύναμή του ασθενούσε και το σούρουπο πλησίαζε. Μάσαμε τα βρεγμένα μας τα ξαναφορέσαμε και φτάσαμε στο χωράφι όπου η γιαγιά φόρτωνε τα τελευταία πράγματα στη γαϊδούρα κι έτσι από μακριά όπως ήμασταν της ζητήσαμε την άδεια να προχωρήσουμε τον ανήφορο και να την περιμένουμε  πιο πάνω στη λάκα πριν τις πουρνάρες. Μας κοίταξε χωρίς να καταλάβει τι συνέβαινε και μας επέτρεψε την μοναχική πορεία. Ανηφορίσαμε ένα κοπιαστικό ανήφορο φροντίζοντας να κρατάμε απόσταση ασφάλειας απ’ τη γιαγιά που την ακούγαμε να έρχεται προς το μέρος μας κι έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε κατάκοποι αλλά πιο ήσυχοι κρατώντας την ασφαλή απόσταση από κείνη κρύβοντας το χάλι μας κι ελπίζοντας ότι σαν φτάναμε στο χωριό θα μπορούσαμε να βρούμε μια δικαιολογία να γλιτώσουμε τις ποινές της αλλοκοτιάς μας. Το σκοτάδι άρχισε να πέφτει καθώς πλησιάζαμε στο Μπουρνιά κι έτσι μπορούσαμε να περιμένουμε τη γιαγιά και να ανέβουμε παρέα στο σπίτι, είχαμε χάσει όμως την ευκαιρία να καβαλήσουμε τη γαϊδούρα πράγμα που την παραξένεψε, μιας και τις άλλες φορές τρωγόμασταν ποιος θα πρωτοανέβει. Τα λουξ στο μαγαζί και οι λάμπες και τα λυχνάρια στα σπίτια φώτιζαν αμυδρά τη στράτα ώσπου να φτάσουμε στον  προορισμό μας.