Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012
Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012
Απόβροχο...
Κι ύστερα η καταιγίδα έτσι ξαφνικά όπως άρχισε, έτσι σταμάταγε.
Σε λίγη ώρα ο ουρανός καθάριζε, οι ριπές απ’ τον αέρα σταμάταγαν τα
βασιλέματα ξαναφαίνονταν και το μόνο που έμενε να θυμίζει την καλοκαιριάτικη
μπόρα ήταν η βρεγμένη γης, η λάσπη και τα ρυάκια στις στράτες, τα πουρνάρια που έσταζαν τις τελευταίας σταγόνες απ’ τα
αγκαθωτά πουρναρόφυλλα, με τους ιριδισμούς στις ακτίνες του απογευματιάτικου
ήλιου, το λαμπρό ζωηρόχρωμο ουράνιο τόξο κάτω χαμηλά στ' αμπέλια, κι η μυρουδιά του απόβροχου, η σύνθεση απ’ τις μυρουδιές της γης των δέντρων της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας, των
ζωντανών που ξεκίναγαν ή γύρναγαν απ’ τη βοσκή τους, η γνώριμη μουσική απ’ τα
τριζόνια, απ’ τα τζιτζίκια απ‘ τα πουλιά που ξανάρχιζαν από κει που είχαν
σταματήσει, τα βελάσματα τα γαβγίσματα, τα μουγκανητά που συνθέτουν τη δική
τους γήινη συμφωνία, που τόσο όμορφα τραγούδησαν στα δημοτικά μας τραγούδια
εκείνοι που είχαν το χάρισμα, ακόμα και στην παγκόσμια μουσική οι περίφημες
συνθέσεις των κλασσικών όπως στην «Ποιμενική Συμφωνία» του Beethoven, και το «Καλοκαίρι» απ’ τις τέσσερις εποχές του Vivaldi που περιγράφουν με την ουράνια αυτή μουσική αυτές ακριβώς τις καλοκαιριάτικες μπόρες.
Εκείνο όμως που ποτέ δεν θα ξεχάσω, εκείνο που με έκανε
πολλά χρόνια μετά να αποζητάω, στις σύντομες καλοκαιριάτικες επισκέψεις μου στο χωριό ήταν
η αντάρα του απόβροχου.
Μόλις η μπόρα τέλειωνε έτρεχα στα λασπομένα μονοπάτια προς την Υψωμένη Πουρνάρα και
περπάταγα προς το Γεροσάκο έχοντας στραμμένο το βλέμμα προς το ποτάμι. Εκεί λοιπόν
κοντοστεκόμουν και κοίταζα να σχηματίζονται σύννεφα χαμηλά, στο ποτάμι, και πιο πάνω στο ρέμα, και
στ’ αμπέλια, και στις Βρίζες, και τα σύννεφα αυτά ξεκίναγαν σιγά σιγά να παίρνουν τον ανήφορο κολλητά στην
πλαγιά. Κι έτσι καθώς ανέβαιναν περίμενα
να περάσουν κι αν δεν έρχονταν προς το μέρος μου έτρεχα εγώ να τυλιχτώ μέσα τους κι ύστερα καθώς θα ανέβαιναν
και θα με ελευθέρωναν θα παρακολουθούσα την πορεία τους όσο θα ανεβαίνουν στα
Βαρδούσια και θα διαλύονται.
Κι η Υψωμένη Πουρνάρα και το Πέτρινο Αλώνι
σκεπάζονταν κι αυτά απ’ την αντάρα και
προς στιγμή η επιστροφή έμοιαζε κλειστή. Όλα τα παιχνίδια της απογευματιάτικης
μπόρας τέλειωναν, κι εκείνο που έμενε ήταν η αίσθηση της γαλήνης, η μυρουδιά της βρεγμένης γης η νηνεμία όλα όσα συνθέτουν το καλοκαιριάτικο απόβροχο.
Το κυνήγι του σύννεφου έμοιαζε τότε με το άπιαστο κυνήγι του
πρόσκαιρου που σαν το προλάβαινες μετά διαλύονταν αφήνοντας μια αίσθηση εφήμερη
μια γλυκόπικρη γεύση όταν προφταίνεις κάτι αλλά τούτο μόλις νομίσεις πως το
πρόφτασες διαλύεται και ξεκινάς πάλι απ’ την αρχή κυνηγώντας
εκείνο που έρχεται ξοπίσω και ξανά μέχρι που τα σύννεφα χάνονται κι η φύση αλλάζει και μαζί και συ που τρέχεις πάλι
στο κυνήγι του εφήμερου και πάλι μόλις το προφτάσεις ξαναχάνεται.
Έτσι λοιπόν η ζωή φαίνονταν στα μάτια μου όπως ακριβώς
είναι, να τρέχω να προφτάσω κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή, όμως το λίγο που βρίσκομαι
σκεπασμένος στις δροσοσταλιές που ανεβαίνουν απ’ το μακρινό ποτάμι ανείπωτη
χαρά και ευτυχία γεμίζουν την αίσθηση και δείχνουν πόση αξία στο εφήμερο έχουν
οι στάσεις στη διαδρομή που λέγεται ζωή, στο συναρπαστικό αυτό ταξίδι προς την
Ιθάκη του καθενός μας.
Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012
Η καταιγίδα..
Η κάψα του μεσημεριού σήκωνε κύματα διάφανα ζεστού αέρα που
έκαναν κυματισμούς στο βλέμμα καθώς σκέπαζε τη μαζιά με τις πουρνάρες. Η
νηνεμία έρχονταν και έκανε την κάψα ακόμα πιο έντονη.
Κι ύστερα δυό μικρά
σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους ψηλά στην Κλεισούρα εκεί στη μεριά της
Μουσουνίτσας.
Γρήγορα τα σύννεφα πύκνωναν και η επίγεια όψη τους έπαιρνε χρώμα
μαύρο καθώς κι’ άλλα σύννεφα μαζεύονταν πάνω απ’ αυτά και γίνονταν αδιαπέραστα και
το φως του ήλιου σταμάταγε να φτάνει στο χωριό.
Σε λίγο ένας μακρινός ήχος απ’
τη βροντή έδινε το σύνθημα της προετοιμασίας για την καταιγίδα που πλησίαζε.
Στην άκρη στο μπαλκόνι με θέα περιμετρική έβλεπα άφωνος την προετοιμασία του
ουρανού για την καταιγίδα. Οι βροντές γίνονταν πιο δυνατές και πιο συχνές οι
πρώτες αστραπές έσκιζαν τον ουρανό και χτύπαγαν τη Γκιώνα σαν να ήθελαν να την
τρυπήσουν Εκείνη όμως γιγάντια ατάραχη δέχονταν αδιαμαρτύρητα τις επιθέσεις του
συννεφιασμένου ουρανού στα πλευρά της. Σε λίγο ένας άνεμος απ’ το πουθενά χωρίς
διεύθυνση, στροβιλιζόταν φέρνοντας τις πρώτες χοντρές ψιχάλες, κι αμέσως ο
ουρανός γινόταν ένα με τη γης με τα δέντρα με τις ρεματιές με τα σπίτια κι ένα
υδάτινος καταρράκτης πλημμύριζε ότι
εύρισκε στο δρόμο του. Τίποτε δεν φαινόταν εκτός απ’ τις αστραπές και τίποτε
δεν ακουγόταν έξω απ’ τον ήχο της μπόρας
και τις βροντές που συνόδευαν το φως των κεραυνών.
Μαζεμένος στη γωνιά με την
αίσθηση της προστασίας που μου έδινε το χαγιάτι τυλιγμένος με μια κουβέρτα που
με προφύλαγε απ’ την απότομη μεταβολή της θερμοκρασίας αλλά και την ανάγκη που
είχα να νοιώσω προστατευμένος, έβλεπα να ξετυλίγετε μπρος στα μάτια μου η
καλοκαιριάτικη καταιγίδα σε όλη της τη
μεγαλοπρέπεια.
Η καλοκαιριάτικη μπόρα, η βροχή εκείνη που συχνά τα απογεύματα
του Ιούλη μας υπενθυμίζει πως η φύση ποτέ δεν κοιμάται, έρχονταν να ξεπλύνει τη
σκόνη του καλοκαιριού να ποτίσει την αναμμένη απ’ το καλοκαίρι γης να δροσίσει
τη πλάση, να φέρει στη σκέψη τη συνέχεια του κύκλου που ξεκινάει απ' τη γη ανεβαίνει ψηλά και ξανάρχεται καθαρός για να ξαναρχίσει....
Κυριακή 29 Ιουλίου 2012
Καλοκαιριάτικες μπόρες και άλλες ιστορίες...
Στο χωριό η πρώτη επαφή που είχα με τους καιροσκόπους ήταν ο
μπάρμπα Νίκος ο Μπούτσικος. Μικρός στα μέσα της δεκαετίας του 60 κατέβηκα στης
θειάς της Λένης το σπίτι να πάρω λίγα κράνια απ’ την κρανιά που είχε στον κήπο της.
Αύγουστος μήνας και κει στην πόρτα στο κατώι καθισμένος ο μπάρμπα Νίκος
σημείωνε σε ένα τετράδιο. Τον ρώτησα τι σημειώνει και μου απάντησε τα μερομήνια. Τότε πρωτόμαθα για τα
προγνωστικά σημάδια των πρώτων ημερών του Αύγουστου που κάθε μισό τους
αντιπροσώπευε ένα μήνα του επόμενου χρόνου. Κι αφού μου είπε μερικά απ’ τα
σημάδια που αξιολογούσε, τα πρόβαλε σε αντίστοιχους μήνες του χειμώνα, που
φαίνεται να τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα, και έτσι πρόβλεπε αν ο χειμώνας θα έχει
βροχές, χιόνια, κρύα, ανέμους, ή θα είναι ήπιος. Τα πολλά χρόνια που κράταγε τις
σημειώσεις του μπορούσε να ελέγξει τα αποτελέσματα των προβλέψεών του κάθε φορά
κι έτσι η αξιοπιστία έδινε μεγάλο προγνωστικό βάρος στις παρατηρήσεις του καλοκαιριού και την ευχαρίστηση στον
παρατηρητή της επιβράβευσης της πρόγνωσης, στοιχείο κι αυτό που συνέβαλλε στη
σύνθεση της σεβάσμιας προσωπικότητας του γέροντα. Παντού και πάντα η ανάγκη
φέρνει τη γνώση.
Η άτυπη εκείνη κόντρα με τον μπάρμπα Κώστα τέλειωσε εκείνο
το καλοκαίρι με συντριπτική νίκη των δικών μου προβλέψεων κι όταν μετά από
χρόνια του φανέρωσα πως όλα εκείνα που προέβλεπα ήταν ένα αστείο παιχνίδι αρνιόταν
να το πιστέψει.
(μ.4)
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012
Καλοκαιριάτικες μπόρες και άλλες ιστορίες...
Η επόμενη μέρα ξεκίνησε πριν καλά καλά πιούμε το πρωινό με
την ημερήσια καιρική πρόβλεψη και το απόγευμα για τρίτη συνεχόμενη φορά νίκησα
στον άτυπο αυτό ανταγωνισμό. Για κάμποσες ημέρες οι προβλέψεις μου για κάποια
διαβολική σύμπτωση ήταν όλες πετυχημένες σε αντίθεση με το μπάρμπα που παρότι
έβαζε τα δυνατά του δεν πέτυχε καμιά απολύτως πρόβλεψη. Μη νομίσει κανείς ότι
ήξερα τα σημάδια των καιρών απλά έλεγα δυό χαζομάρες αληθοφανείς, ας πούμε ένα
μικρό συννεφάκι στο Καρτάκι, το πέταγμα ενός γερακιού πάνω απ’ τις Γούρνες, και διάφορα άλλα περίεργα, κι έτσι ο μπάρμπας που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό που θεωρούσε αυτονόητο πως ήξερε όλα τα σημάδια των
καιρών βρέθηκε να χάνει κατά κράτος έτσι από ένα καπρίτσιο της τύχης. Αργότερα
στα μάτια του αποτελούσα μέγα οιωνοσκόπο ιδιαίτερα δε όταν έτυχε να μάθω τους
καιρούς και μερικά σημάδια τους πολλά χρόνια αργότερα και όχι απ’ τους
θαλασσινούς που θα περίμενε κάποιος όσο από τους μυλωνάδες.
Οι μυλωνάδες λοιπόν εκείνοι που είχαν ανεμόμυλους ήξεραν
τους καιρούς και τα σημάδια τους και μάλιστα τους καλοκαιρινούς αν όχι καλύτερα
τουλάχιστον παρόμοια με τους θαλασσινούς
γιατί το άνοιγμα των ιστίων στους ανεμόμυλους σε έκταση μεγαλύτερη από εκείνη που η ένταση
και η διεύθυνση των ανέμων επέτρεπε,
μπορεί να είχε καταστροφικές συνέπειες
στα γρανάζια που κουνούσαν τις μυλόπετρες. Ο Μπαρμπαγιάννης λοιπόν ο "πυρπολητής" όπως τον φώναζαν επειδή του έλειπαν κάμποσα δάκτυλα απ' τα χέρια, θυσία στο ψάρεμα με δυναμίτη, ένας παλαίμαχος μυλωνάς, ένας καλοσυνάτος γέρος, σ' ένα μικρό νησί στο Αιγαίο που γνώρισα στα πλαίσια της δουλειάς μου σαν είδε πως ενδιαφερόμουν για τους καιρούς άρχισε να τους ονοματίζει και να μου εξηγεί τα σημάδια τους. Επειδή ο χρόνος μου τότε και
πολύς ήταν η δε περιέργεια μου να μάθω μεγάλη, ο γέρο μυλωνάς μου δίδαξε ένα
σωρό πράγματα για τους καιρούς, γνώσεις απαραίτητες για την δουλειά του και την επιβίωσή του και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για μένα που βάλθηκα να μάθω τα μυστικά του έτσι από μεράκι, και να κάνω το σπουδαίο στον μπάρμπα μου.
(μ.3)
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012
Καλοκαιριάτικες μπόρες και άλλες ιστορίες...
Περασμένο μεσημέρι, η
κάψα της μέρας στο απόγειο της κι απ’ το πρωί που χάραζε η μέρα συναντιόμουνα
με τον μπάρμπα μου τον Κώστα τον αδερφό της μάνας μου που τα καλοκαίρια εκείνα
έτυχε να βρισκόμαστε μαζί στο χωριό. Καθισμένοι στο μπαλκόνι εκείνος πίνοντας
τον πρωινό του καφέ κι εγώ τρώγοντας ένα ξεροκόμματο με ημερομηνία παρασκευής άγνωστη
και ημερομηνία λήξης την ημέρα που θα το τρώγαμε, βουτηγμένο σ΄ ένα φλιτζάνι
μυρωδάτο τσάι του βουνού, ανταλλάσαμε
κουβέντες παρατηρώντας τριγύρω μας.
Τις ημέρες εκείνες δεν ξέρω πως μούρθε και
έκανα πως κοίταζα τα σημάδια στον ουρανό και με σοβαρό ύφος αποφαινόμουν
«σήμερα θα βρέξει». Η κουβέντα μου έμοιαζε με ετυμηγορία κι ο μπάρμπας χωρίς να με ρωτήσει σε ποια
σημάδια στηρίζω την πρόβλεψη μου, προφανώς για να μη δείξει ότι εγώ ξέρω καλύτερα, αποφαινόταν με
τη σειρά του το αντίθετο. Η μέρα συνέχιζε, η πρωινή πρόβλεψη ξεχνιόταν μετά το
μεσημεριανό φαγητό και τον απαραίτητο απογευματινό ύπνο τα πρώτα μπουμπουνητά
υπενθύμιζαν τον ερχομό της απογευματιάτικης μπόρας και φαινόταν η πρόβλεψη μου
απόλυτα πετυχημένη.
Ο θείος δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι εγώ ερμήνευα καλύτερα
τα σημάδια απ’ ότι εκείνος και την επομένη τολμούσε με τη σειρά του την
ημερήσια πρόβλεψη λέγοντας μου με
βεβαιότητα πως σήμερα θα έχουμε μπόρα. Με τη σειρά μου για να τον κοντράρω
προέβλεπα το ακριβώς αντίθετο. Το απόγευμα λοιπόν την ημέρας εκείνης μάταια
περίμενε την εκδήλωση της προβλεφθείσας μπόρας. Για δεύτερο απόγευμα οι προβλέψεις
μου αποδείχτηκαν επιτυχείς προς μεγάλη απογοήτευση του μπάρμπα.
(μ.2)
Τρίτη 17 Ιουλίου 2012
Καλοκαιριάτικες μπόρες και άλλες ιστορίες...
Ο ήλιος πρόβαλε την άκρη στη Γκιώνα στέλνοντας το φως του
στα ψηλά βουνά στις κορφές στα ουράνια, φώτιζε το στερέωμα,κι αφού τέλειωνε γρήγορα τον ουράνιο δρόμο του άρχιζε να κατηφορίζει προς το χωριό.
Ο Ιούλιος κυλούσε τις ζεστές του μέρες κι όλα τριγύρω έμοιαζαν ώριμα. Εκείνη η
φρεσκάδα του Μαγιού και οι πρώτες ζέστες του Ιούνη, έδιναν τη θέση της τους στο
ώριμο καλοκαίρι που ο μήνας αυτός έφερνε. Οι βοριάδες σταμάταγαν και το δροσερό
τους χάδι έφευγε απ’ τα μεσημέρια αφήνοντας μόνο του τον καυτό ήλιο να στέλνει
την κάψα του τριγύρω παντού χωρίς τίποτε να την αντιπαλεύει.
Ο ατέλειωτος αριθμός απ’ τα παιδόπουλα του καλοκαιριού συνέχιζε να κάνει ότι σκανταλιά υπήρχε να ζει να λειτουργεί και να πορεύεται στο δικό του κόσμο, να επικοινωνεί με τους δικούς του κώδικες να μην καταλαβαίνει τίποτε. Οι πορείες όσο επέτρεπε κι η απογευματινή δουλειά μερικών που ήταν τα ζυγούρια ήταν πάντα κοντινή γιατί υπήρχε κι άλλος ένας λόγος εξίσου σημαντικός που δεν επέτρεπε να απομακρυνθούμε και πολύ. Κι ο λόγος αυτός ήταν οι συχνές απογευματιάτικες μπόρες που ξέσπαγαν ξαφνικά και ξαφνικά σταμάταγαν.
Κι οι μπόρες του καλοκαιριού, οι μπόρες του Ιούλη ήταν ένα μεγαλειώδες ξεχωριστό φυσικό γεγονός που προβλημάτιζε κι άφηνε εκστατικές τις μικρές παιδικές ψυχές μπροστά στη φύση, στην απρόβλεπτη δύναμη στην δραματική αλλαγή που συνέβαινε απ’ την μια ώρα στην άλλη και μπορούσε να φέρει μεγάλες ανατροπές που η παλιότερη γενιά έζησε και η γενιά η δική μας θυμάται με τις αιφνίδιες κατεβασιές στα ξερορέματα με δραματικές συνέπειες καμιά φορά.
(μ.1)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
