Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Η απόφαση να πάω στον Κονιάκο πάρθηκε στο σπίτι μας,
στα Νταμάρια της Καλλιθέας, κοντά στον Αι Γιώργη.
Είναι τέλος Μαΐου. Κυριακή μεσημέρι, λίγο μετά το φαγητό,
κι όλη η φαμίλια κάθεται γύρω απ’ το τραπέζι.
Οι γονείς μου συζητούν με τον ξάδελφό μου, τον Γιώργη,
πως ήλθε λιγάκι πρόωρα αυτό το καλοκαίρι.
Κάποια στιγμή συμφώνησαν στην πρόταση του Γιώργη,
μόλις τέλειωνε η σχολική χρονιά,
να με πάρει και να πάμε για διακοπές στον Κονιάκο,
στο χωριό της μάνας μου, αυτό το καλοκαίρι.
Εγώ είμαι επτά χρονών και ο Γιώργης πιο μεγάλος
κοντά του, μου είπε, να νιώθω σιγουριά,
και διακοπές αξέχαστες μαζί του θα περάσω.
Μου είπε πολλά και με έπεισε να πάω στον Κονιάκο.
Εγώ ζούσα με το όνειρο να πάω στο χωριό
και πώς να τελειώσουν γρήγορα οι μέρες στο σχολειό.
Ο Ιούνιος όμως δεν άργησε και ένα πρωινό,
με τις αποσκευές στο πρακτορείο, κοντά στη Μητρόπολη των Αθηνών,
ξεκινήσαμε για το χωριό.
Σαν τσιροπούλι κούρνιασα μέσα στο Πρακτορείο
είναι σχεδόν χαράματα, και κάνει λίγο κρύο.
Μετά από λίγο φτάνει του Λιδωρικιού,
ένα πρασινωπό, μικρό λεωφορείο
η μούρη του είναι μακριά και έχει μουστάκια και φτερά
και τα φώτα του σαν μάτια λάμπουν και είναι αστραφτερά.
Στη σκεπή του έχει σχάρα με ένα γκρίζο μουσαμά
και από πίσω έχει σκάλα με μικρά στενά σκαλιά.
Τις αποσκευές ο βοηθός του λεωφορείου στη σχάρα τοποθετεί
κι ο οδηγός τον βοηθά από το πισινό σκαλί.
Ο οδηγός είναι όμορφος και πολύ συμπαθής
το όνομα του άκουσα τον λένε Θοδωρή.
Με κάποιον αστειεύτηκε κι αρχίσανε τα γέλια
γιατί πίσω φορτώσανε για ντεκόρ δυό ξύλινα βαρέλια.
Στη συνέχεια κάποιος φωνάζει ονόματα
και οι επιβάτες μπαίνουμε στο λεωφορείο μέσα.
Στο κάθισμα καθίσαμε με το Γιώργη αντάμα,
το λεωφορείο μυρίζει ανάμικτα, τυρίλες, βενζίνες, τσαρούχια και ταγάρια.
Ο οδηγός τη μηχανή βάζει μπροστά κι αμέσως ξεκινάει
μαζί κι η φαντασία μου στο Λιδωρίκι και στον Κονιάκο πάει.
Πορεία προς την Ιερά Οδό και φτάνουμε Ελευσίνα
περνάμε από Θήβα, Λιβαδιά και όλη την Κωπαΐδα.
Φτάνουμε στην Αράχωβα, στάση για φαγητό
απέναντι τρέχει γάργαρο του Παρνασσού νερό.
Μετά περνάμε τους Δελφούς και φτάνουμε Χρυσό
κάποια γιαγιά ζαλίστηκε, θα κάνει εμετό
σακούλες ζητά κατάχλωμη, από το βοηθό.
Παίρνουμε τον κατήφορο ευθεία για την Άμφισσα
κι οι επιβάτες τραγουδούν τραγούδι για τα Σάλωνα.
Ανάβαση για την Αγιά Θυμιά, φτάνουμε Βουνιχώρα
εδώ σαν να ψιχάλισε μυρίζει βρεμένο χώμα.
Ταξίδι ατελείωτο μέχρι το Λιδωρίκι.
(1)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Προπαραμονή Χριστουγέννων..

Σχεδόν βράδιασε όταν φτάσαμε στο χωριό.
 Ο Νίκος πήγε στη θεία τη Λάμπρω, ο Κώστας στο σπίτι του θείου του κι εγώ ανέβηκα στις γιαγιάς. Το τζάκι αναμμένο, φώτιζε τριγύρω με τις αναλαμπές που δίνουν οι κλάρες καθώς καίγονται και πάσχιζε να ζεστάνει το χώρο παλεύοντας με την παγωνιά που έφερνε ο βοριάς από τη χιονισμένη Οίτη, τη Γκιώνα, τα Βαρδούσια, να κόψει λίγο απ’ την δύναμη της που ήταν ιδιαίτερα αισθητή τριγύρω.
Η γιαγιά, υπέργηρη με το σκαμμένο της πρόσωπο να κρύβει στο βλέμμα μια αδιόρατη βαθιά θλίψη, ελάχιστες χαρές περίμενε πια, και μια απ’ αυτές ήμασταν τα εγγόνια της, ιδιαίτερα όταν ερχόταν η ώρα να μας φιλοξενήσει, να μας περιποιηθεί.
 Τις ημέρες εκείνες ήξερε πως θα ανέβαινα και με τις λιγοστές της δυνάμεις είχε φροντίσει να φτιάξει «μπριγιάνι» στη γάστρα, που ήξερε πως ήταν το αγαπημένο μας φαγητό. Ο ξάδερφος ο Αποστόλης ήταν ήδη στο σπίτι του πατέρα του εκμεταλλευόμενος κι αυτός τις διακοπές των Χριστουγέννων απ’ την σχολή που φοιτούσε ήδη από τις αρχές της χρονιάς.
  Η θαλπωρή του ζεστού δωματίου που το φώτιζε μια λάμπα και οι αναλαμπές από τις κλάρες που καίγονταν στο τζάκι, η μυρουδιά απ’ το φτωχικό αλλά αξεπέραστο σε νοστιμιά φαγητό και το στρωμένο με βαριά σκεπάσματα κρεβάτι ζωγράφιζαν το χριστουγεννιάτικο σκηνικό που θα μας συνόδευε τις υπόλοιπες ημέρες που θα βρισκόμασταν εδώ.
Σε λίγο ήρθε κι ο ξάδερφος, έκατσε παρέα δίπλα στη γιαγιά που την αγαπούσε ίσως περισσότερο από όλους μας και τον κατατόπισα για την άφιξη της επόμενης ομάδας όπου θα ήταν οι φίλοι απ’ την Αθήνα που τους είχε ήδη γνωρίσει μαζί με τον αδελφό μου. Είχαμε σχεδιάσει να φιλοξενηθούν στο σπίτι της άλλης γιαγιάς μιάς και ήταν άδειο. Η άλλη γιαγιά είχε κατέβει στην Αθήνα στα παιδιά της για να περάσει το χειμώνα κι έτσι είχαμε άφθονο δικό μας χώρο για φιλοξενία. Εκείνος με τη σειρά του μου είπε ποιοι απ’ τους δικούς μας είναι στο χωριό. Οι γονείς του είναι στο μαντρί στα παλιόμαντρα και μάλλον εκεί θα κάνει κι αυτός Χριστούγεννα μαζί τους και με τα αδέρφια του, αλλά θα ανεβαίνει και στο χωριό στο σπίτι του και στο σπίτι της γιαγιάς.
  Αφού τα είπαμε για λίγο με τη γιαγιά και αποφάγαμε κατεβήκαμε στο μαγαζί του Αλέκου που ήταν το μόνο ανοικτό, να περάσουμε λίγη ώρα και να δούμε και τον κόσμο που μαζεύονταν εκεί για λίγο, να παίξουν χαρτιά για να κυλήσει καμιά ώρα να ανταλλάξουν δυό τρεις κουβέντες και να γυρίσουν στα σπίτια τους μέχρι την άλλη μέρα.
(a.2)

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα στο χωριό..

Δεν είχα βρεθεί άλλη χρονιά Χριστούγεννα στο χωριό, και η επιθυμία για μια τέτοια επίσκεψη και παραμονή έμοιαζε κάτι παραπάνω από πρόκληση. Είχα άλλωστε και τη σωστή ηλικία που επέτρεπε την ανάληψη τέτοιας πρωτοβουλίας σε καιρούς παγωνιάς στο χωριό, εμπειρία που διέφερε ριζικά από εκείνη που είχα διαμορφώσει τα καλοκαίρια.
 Είχα ήδη περάσει στην δεύτερη φάση της σχέσης μου με το χωριό, απομακρυσμένος από τα χρόνια που χρειαζόμουν πιο πολλή φροντίδα απ’ τη γιαγιά, τώρα τα κατάφερνα και μόνος μου.
 Αρχή της δεκαετίας του 70 με αρκετά σπίτια στο χωριό με κόσμο, όσους δεν είχαν φύγει και ξεχειμώνιαζαν εκεί ή στα μαντριά τους, και τους συνομήλικους μου να επιστρέφουν από την Αθήνα ή από το στρατό με άδειες είτε απ’ τις σπουδές τους που τότε άρχιζαν για τους περισσότερους.
 Η απόφαση δεν ήταν και τόσο εύκολη μιας και έπρεπε να βρω τρόπο ταξιδιού και χώρο παραμονής. Οι λίγες μη καλοκαιριάτικες αποδράσεις τα προηγούμενα χρόνια είχαν να κάνουν με τις ημέρες του Πάσχα, ημέρες αξέχαστες ημέρες ξεχωριστές για χίλιους δυό λόγους στα πολύ όμορφα εκείνα χρόνια της ξενοιασιάς.
Η κλασσική διαδρομή με το λεωφορείο προς το Λιδορίκι ήταν ο ένας τρόπος, ο άλλος ο πειρατικός που άκουγε στο όνομα Καρακίτσος μας οδηγούσε μέσα από άγνωστες αλλά καταπληκτικές διαδρομές προς τη Στρώμη, όπου και η έδρα του, κι από κει στο χωριό. Για τη συγκεκριμένη εμπειρία θα ασχοληθούμε σε άλλο κείμενο. Η τρίτη και τελευταία εκδοχή ήταν να ανέβουμε με το αυτοκινητάκι ενός φίλου απ’ την Αθήνα. Η περίπτωση αυτή ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα γιατί θα μας έδινε μεγάλα περιθώρια κινήσεων.
 Μαζευτήκαμε επτά. Επρεπε να αποφασίσουμε με πια σύνθεση θα ταξιδεύαμε και πως. Μετά από αρκετές διαβουλεύσεις τέσσερις νοματαίοι, στριμωχτήκανε στο μικρό Suzuki, και ξεκινήσανε. Με τη συγκοινωνία, την τακτική, ξεκινήσαμε κι άλλοι τρείς, δυό μέρες πριν από τους άλλους και μέσω Λιδορικιού θα φτάναμε στο χωριό με την τοπική συγκοινωνία που εκτελούσε την μια μέρα το δρομολόγιο Λιδορίκι, Λευκαδίτι, Κάτω Μουσουνίτσα, Αθανάσιος Διάκος, ενώ την άλλη εκτελούσε το δρομολόγιο από Συκιά.
  Η άφιξη στο χωριό μέσα από μια γνωστή κατά τα άλλα διαδρομή έκρυβε πολλές εκπλήξεις μιας και αντίκριζα για πρώτη φορά τους γνωστούς τόπους αλλιώτικους από ότι μέχρι τώρα θυμόμουν. Ο Ελικώνας κι ο Παρνασσός κάτασπροι στις κορφές τους, τα δέντρα που έχασαν τα φύλλα τους, η ερημιά στο δρόμο και τέλος η συνάντηση με τα παιδιά που μαθήτευαν στο Γυμνάσιο στο Λιδορίκι και τώρα επέστρεφαν στο χωριό στα σπίτια τους για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.
 Με τα παιδιά χαιρετηθήκαμε τα είπαμε στα γρήγορα και ανεβήκαμε στο τοπικό λεωφορείο εκείνοι κρατώντας τις υφαντές τσάντες με τις παραγγελίες απ’ τα σπίτια τους και τα λιγοστά αντικείμενα που κρατούσαν, κι εμείς με τις λιγοστές μας αποσκευές και πάρα πολλή και καλή διάθεση.
 Ο χωματόδρομος μας περίμενε με όλες του τις νεροφαγιές και τις ασταμάτητες αναπηδήσεις του λεωφορείου που έβαζε σε σκληρή δοκιμασία ακόμα και τα πιο γερά στομάχια.
 Ο καιρός ήταν μουντός προς τη βροχή, τα βουνά τριγύρω άσπρα απ΄το χιόνι και τυλιγμένος στα πανωφόρι μου απολάμβανα τη θέα του τόπου τριγύρω που τον ήξερα μέχρι τώρα εντελώς διαφορετικό. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τα βουνά χιονισμένα, τα πλατάνια στο ποτάμι χωρίς το πλούσιο χρυσοπράσινο φύλλωμα τους τον τόπο πρασινισμένο παντού τα αμπέλια γυμνά σαν σταχτοκόκκινες κηλίδες στις πλαγιές και τα σπίτια όσα είχαν ακόμα κόσμο να βγάζουν απ΄τις καμινάδες τους τον άσπρο καπνό απ΄τα πουρνάρια που καίγονταν και έδιναν τη δική τους χειμωνιάτικη πινελιά στο παράξενο ασυνήθιστο ακόμα τοπίο στο κοίταγμα.
(α.1)

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Φίλοι απ' τα παλιά

Μετά από πολλά πολλά χρόνια, πριν λίγες μέρες, οι συνοδοιπόροι της δεκαετίας του 60 είχαμε την χαρά να ξανβρεθούμε και να ξαναγνωριστούμε. Πάσχα του 69 στους Δελφούς σκαστοί απ΄το χωριό που είχαμε ανέβει στη γιαγιά τη Λιάρενα ο Αποστόλης ο Φαμέλης κι Αποστόλης ο Λιάπης με το θρυλικό σκαραβαίο του Φαμέλη, κατηφορήσαμε για Δελφούς για να συναντήσουμε το Βαγγέλη και το Σαράντη. Τη φωτογραφία την έβγαλε ο Νίκος ο αδελφός του Βαγγέλη. 

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Στο ποτάμι, στα πλατάνια...

Η μέρα είχε αρχίσει να προχωρά κι η ζέστη ήταν πια στα όρια. Έτσι σαν συνεννοημένοι εγκατέλειψαν άπαντες τα τσαπιά και ξεκίνησαν το γνωστό και εξαιρετικά παραγωγικό τρόπο με τα χέρια κάτω απ’ τις πέτρες. Μια μεγάλη μπαρούκα στην άκρη στο ποτάμι σχηματιζόταν από ένα βράχο με κάθετη επιφάνεια προς τη μεριά του νερού γεμάτη τρύπες που το βάθος της πρέπει να έφτανε το ενάμιση μέτρο.
Στάθηκαν μπροστά ο Μήτσος με το Σαράντη και μετρούσαν με το μάτι τις διαστάσεις ενός τολμηρού εγχειρήματος που αποσκοπούσε στον εγκλωβισμό αρκετά μεγάλων ψαριών στις τρύπες του βράχου. Κοιτάζοντας από την όχθη φαίνονταν αρκετά μεγάλα ιδιαίτερα αυτά που μπαινοβγαίνουν στις τρύπες βαθιά στη ρίζα του βράχου. Ο πρώτος που τόλμησε ήταν ο Μήτσος. Μπήκε σιγά σιγά μέχρι τη μέση και έβαλε τα χέρια του στις πρώτες τρύπες ψηλά κοντά στην επιφάνεια του νερού.
Κάνα δυό από μας παρατήσαμε το ψάρεμα και ήρθαμε κοντά στο Μήτσο έτοιμοι να προστρέξουμε αν προέκυπτε ανάγκη, ιδιαίτερα δε σε πιο τολμηρές απόπειρες. Είχαμε ακούσει από παλιά πως στις μεγάλες μπαρούκες υπάρχουν ρουφήχτρες αλλά κανείς δεν μας είχε πει πως θα τις καταλαβαίναμε. Έτσι λοιπόν θεωρώντας όλες τις μπαρούκες εν δυνάμει επικίνδυνες πήραμε τα μέτρα μας. Κρατάγαμε στα χέρια μακριά και σκληρά ξύλα που αφθονούσαν τριγύρω ώστε να τα δώσουμε σε ώρα ανάγκης να πιαστούν οι «δύτες» για να τους ανασύρουμε. Γενικά η ομάδα των τεσσάρων που παραμείναμε εδώ ήμασταν σε ετοιμότητα . Οι άλλοι προχώρησαν παραπάνω.
Ο Μήτσος από τις πρώτες επιχειρήσεις του ήταν εξαιρετικά παραγωγικός. Σε λίγο χρόνο είχε δώσει μια καλή ψαριά. Ο Σαράντης μπήκε κι αυτός για βοήθεια. Ήταν πιο ψηλός κι έτσι μπορούσε να ψαρέψει τις χαμηλότερες τρύπες. Σε λίγο κι οι δυό με απανωτές καταδύσεις υπό το άγρυπνο βλέμμα μας ολοκλήρωσαν την αποστολή τους. Καθώς στάθηκαν όρθιοι και διαπιστώσαμε το βάθος αποφασίσαμε και μπήκαμε και μεις όχι βέβαια για ψάρεμα αλλά για μια δροσιστική βουτιά στα νερά που θόλωναν απ’ τις πατημασιές μας, γρήγορα όμως καθάριζαν απ’ το νερό που κατέβαινε. Ήμασταν στο ποτάμι κάναμε το κέφι μας κι όλα ήταν σωστά.
 

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Μπρός για δουλειά..

Λίγο πιο πάνω το ποτάμι διχαζόταν σε δυό ροές. Να λοιπόν αυτό που ζητούσαμε. Αρχίσαμε την μελέτη της κατάστασης και άρχισαν τα συμβούλια. Οι αποφάσεις πάρθηκαν απ’ τους μεγαλύτερους που ήταν οι πιο δυνατοί και οι πιο έμπειροι. Ετσι κι αλλιώς σ’ αυτούς θα έπεφτε το μεγαλύτερο βάρος της δουλειάς κι έτσι είχαν τον πρώτο λόγο.
Αποφασίστηκε λοιπόν να γίνει εκτροπή της μικρότερης ροής. Η ομάδα με τον εξοπλισμό της οδοποιίας έφτασε στο διχασμό της ροής και άρχισε να μαζεύει τις πέτρες που βρίσκονταν στην κοίτη και να τις μετατοπίζει στην αρχή του ρεύματος που θα διακόπταμε. Πέσαμε όλοι με τα μούτρα στη δουλειά μικροί και μεγάλοι. Τα εργαλεία που είχαμε φάνηκαν άχρηστα τη δεδομένη στιγμή επειδή οι πέτρες, τα βότσαλα για την ακρίβεια, μετακινιόντουσαν με τα χέρια καλύτερα.
Οι προσπάθειες κάποια στιγμή είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ροή στο παρακλάδι που διαλέξαμε άρχισε να περιορίζεται μέχρι που διακόπηκε τελείως. Ολοι μας κάθιδροι απ’ την προσπάθεια και τον ήλιο που ανελέητος χτύπαγε τις πλάτες μας μετακινηθήκαμε στην κάτω μεριά του κομμένου τμήματος του νερού όπου είχαν τοποθετηθεί λινάτσες λόγω έλλειψης απόχης για να συλλέξουμε τα ψάρια που θα ασφυκτιούσαν απ΄την διακοπή του νερού.
 Τώρα λοιπόν θα κρινόταν το έργο μας, βλέπεις όλα στη ζωή κρίνονται από το αποτέλεσμα αν και η προσπάθεια πολλές, μα πάρα πολλές φορές είναι το εργαλείο που ανοίγει το δρόμο για την έκβαση, είναι το εργαλείο που θα σε μάθει τι πήγε στραβά όταν το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό απ’ το αναμενόμενο.
Αυτός ήταν ο Κονιάκος για μένα όλα τα χρόνια που έζησα στη φιλόξενη ή και αφιλόξενη μερικές φορές, κοινωνία του. Οι προσπάθειες, τα αποτελέσματα, το αναμέτρημα με το εφικτό και το δύσκολο, οι υποσχέσεις που δίναμε στον εαυτό μας πως κάποια στιγμή το δύσκολο θα γίνει κατορθωτό. Κι όλα αυτά στα τσιμάρια στις πλαγιές στις μαζιές, στα πλατάνια στα έλατα οπουδήποτε μπορούσαμε να περπατήσουμε, ένα πεδίο που η αντιπαράθεση με το άγριο, το ήμερο, το αφιλόξενο, το πρωτόγνωρο ήταν η μοναδική και η καλύτερη ευκαιρία που είχαμε για να βρούμε τους δρόμους της επιβίωσης, να πολεμήσουμε τις αναποδιές, να ξεκαθαρίσουμε τις λεπτομέρειες που θα έκαναν πιο εύκολη την ανηφόρα της ζωής. Αρκετά όμως με τις απαντήσεις που πήραμε απ’ τις εμπειρίες εκείνης της εποχής, ας ξαναγυρίσουμε στη χαρούμενη συμμορία που κυνήγαγε τα ποταμόψαρα με τον ιδιόρρυθμο αυτό τρόπο.
(3)