Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Απόγευμα..


Σε λίγο προστέθηκε στην παρέα κι ο ξάδερφος που ενώ ήρθε μες σκοπό να μας φοβίσει τελικά δεν τα κατάφερε κι έτσι ανέβηκε μαζί μας και βάλθηκε κι εκείνος με τη σειρά του να συναγωνίζεται το Νίκο στο φύσημα του κλαρίνου. Τουλάχιστον εκείνος έπαιζε φλογέρα και μάλιστα με αρκετή δεξιοτεχνία που τον είχε κάνει να ξεχωρίζει για την ικανότητα του αυτή. Απηυδισμένοι τους παρατήσαμε να συναγωνίζονται και βγήκαμε στο μπαλκόνι στο παγωμένο απόγευμα που έφερνε το βράδυ με ταχύτητα. Ντυθήκαμε καλά και βγήκαμε  να περπατήσουμε προς τις Γούρνες.
Μια παγωνιά που έφτανε μέχρι το κόκκαλο χωρίς να υπάρχει πνοή ανέμου. Από μακριά ο καπνός απ’ τα τζάκια και τις σόμπες ανέβαινε ολόισιος στο συννεφιασμένο με βαριά πυκνά σύννεφα ουρανό που σκέπαζε όλες τις κορφές γινόταν ένα με το χιόνι κι έδινε μια όψη χειμώνα που είχε κάτσει πάνω απ’ το χωριό , απειλητικός άραγε, προστατευτικός, ποιος να το ‘ξερε.
Το βράδυ έφτασε γρήγορα και επιστρέψαμε στο σπίτι όπου βρήκαμε τους μουσικούς να ετοιμάζονται για τη βραδινή τους παράσταση, καθώς απτόητοι συνέχιζαν το χαβά τους.
Κατηφορίσαμε στο μαγαζί, ο κόσμος μας καλωσόρισε μας κέρασε ανταποδώσαμε το κέρασμα και καθίσαμε παρακολουθώντας τις δραστηριότητες και κουβεντιάζοντας με όλους τριγύρω μας. Το  μαγαζί γεμάτο καπνούς από τσιγάρα άναψαν και οι μισοί από μας που είχαν εδώ και λίγο καιρό αρχίσει να καπνίζουν ανάμεσά τους κι εγώ, και πλημμυρίσαμε ακόμα περισσότερο το χώρο κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Από καιρού εις καιρό που η πόρτα άνοιγε για να βγει η να μπει κάποιος  η ατμόσφαιρα ανανεώνονταν για να ξαναγίνει πάλι πηχτή σε λίγα λεπτά. Η ζέστη απ’ τη ξυλόσομπα ευεργετική, κι η  μυρουδιά απ’ την κατσαρόλα του Αλέκου γαργαλιστική. Κανείς μας δεν νοιαζόταν εκείνη την εποχή για τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα επειδή κανείς δεν ήξερε ακόμη αυτά που μάθαμε χρόνια μετά.
Λίγο κονιάκ λίγο ούζο, λίγο κρασί μιας και δεν υπήρχαν τα τσίπουρα που αντικατέστησαν εκείνα τα ποτά είχαν αρχίσει σιγά σιγά να κάνουν τη δουλειά τους. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει όσο η ώρα κυλούσε γυρνώντας στα σπίτια του για να περάσει τη νύχτα των Χριστουγέννων, κι έτσι απομείναμε επτά νοματαίοι στο μαγαζί του Αλέκου περιμένοντας το δείπνο. Η μουσική απ’ το μαγνητόφωνο κεφάτη, και η διάθεση ακόμη καλύτερη.
(α.λ.6)

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Ο Αλκης Μιχος με το πρώτο αυτοκίνητο μέχρι το εκκλησάκι..

Όπως είναι γνωστό, το χωριό μας, ο όμορφος Κονιάκος μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 δεν είχε οδικό δίκτυο που να συνδέεται με το Λιδωρίκι ή με τα γύρω χωριά.
Οι μετακινήσεις των ανθρώπων γίνονταν μέσα από τις στράτες και τα μονοπάτια με τα πόδια και για μεταφορικό μέσο είχανε τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μετά από πολλές προσπάθειες της Αδελφότητας και της Κοινότητας του χωριού μας, άρχισε η διάνοιξη του δρόμου από το Λευκαδίτη προς τον Κονιάκο (ήδη από το Λιδωρίκι έως το Λευκαδίτη είχε γίνει η διάνοιξη του δρόμου).
Η διάνοιξη άρχισε από τη θέση Γμαρωπλαγιά λιγάκι έξω από το Λευκαδίτη, με προσωπική εργασία των Κονιακιωτών, ανδρών και γυναικών. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν για τη διάνοιξη ήταν ο γκασμάς, το τσαπί το φτυάρι και η παραμίνα, που έπαιρνε φωτιά όλη την ημέρα από τα χέρια των Κονιακιωτών. Ανοίγοντας τρύπες στους βράχους και βάζοντας φουρνέλα, ο αείμνηστος Σταύρος Φιλίππου και άλλοι συγχωριανοί μας συνέχιζαν τη διάνοιξη του δρόμου με βάδισμα χελώνας για αρκετά χρόνια.
Θυμάμαι έντονα αυτές τις εικόνες, γιατί είχα επισκεφτεί πολλές φορές με τα δυό μου ξαδέρφια το Βαγγέλη και το Γιάννη, τα παιδιά της θείας μου της Καραϊνοφροσύνη, τις τοποθεσίες που γινόταν η διάνοιξη του δρόμου κι αυτό γιατί πιτσιρικάδες τότε, κάθε καλοκαίρι βρισκόμασταν στον Κονιάκο, το χωριό των μανάδων μας, για παραθερισμό, ερχόμενοι από την Αθήνα.
Εγώ έμενα στο σπίτι της θειάς μου της Ελένης της Μωκάκενας. Εκεί φιλοξενείτο και ο εργολάβος μηχανικός που επιμελείτο το έργο του δρόμου. Θυμάμαι τον έλεγαν Χαϊμάνη Κώστα και ήταν από κάποιο κοντινό χωριό. Ηταν ένας ευγενικός κύριος και με συμπαθούσε. Θυμάμαι μια φορά που συζητούσε στο σπίτι της θειάς με τον αείμνηστο τότε πρόεδρο της Κοινότητας, μπάρμπα Κώστα Καραγιάννη με τον ξάδερφό μου και με άλλους άντρες του χωριού για το έργο του δρόμου που θα γίνουν οι στροφές, που θα βάλουνε τα φουρνέλα, κ.α. Καθόμουνα και εγώ εκεί κοντά και τους άκουγα. Κάποια στιγμή ο εργολάβος γύρισε προς το μέρος μου, με κοίταξε και μου είπε. Τι λες εσύ μικρέ; Θα φτιάξουμε το δρόμο; Και εγώ του απάντησα: Το δρόμο θα τον φτιάξετε αλλά θα περνάνε μόνο γίδια αφού είναι γεμάτος κοτρόνια και χαμάδες οι ρίζες από τα πουρνάρια προεξέχουνε και πεδικλώνεσαι ούτε με τα πόδια δεν μπορείς να περάσεις. Τότε έβαλαν όλοι τα γέλια και μου είπανε ότι όταν θα τελειώσει ο δρόμος και φτάσει μέχρι το χωριό θα γίνει ίσωμα.
Μετά το μέσον της δεκαετίας του 1950 η διάνοιξη του δρόμου είχε φτάσει μέχρι το εκκλησάκι της Παναγίας, κοντά στο Βαθύρεμα.
Ήταν τέλος Ιουνίου θυμάμαι ήταν Τετάρτη απομεσήμερο και βρισκόμουνα στο μπαλκόνι του σπιτιού της γιαγιάς μου της Λιάρενας και συζητούσα μαζί της, όταν ξαφνικά ακούγεται ένας τενόρος από αυτοκίνητο να λαλεί μια ανεπανάληπτη μια αξέχαστη μελωδία(πέντε ήχων) τόσο δυνατά που αντιλαλήσανε τα βουνά, Γκιώνα και τα Βαρδούσια. Φαντάζομαι ότι θα προγκίξανε τα γιδοπρόβατα στη γύρω περιοχή και ακόμα ότι θα λακίσανε και τα αγρίμια από την πρωτάκουστη για τούτο τον τόπο φωνή η οποία ερχόταν από το χωριό χαμηλά και από το μέρος που βρίσκεται το εκκλησάκι.
Τότε η γιαγιά μου λέει. Τι εν τουτουϊά π’ χουιάζ μαρέ πιδάκι μ; και εγώ της απάντησα: Αυτοκίνητο είναι, ήρθε αυτοκίνητο γιαγιά. Και σύρε να ιδείς και λαβάτωσα μου απάντησε. Αφήνω τη γιαγιά μου και κάνω τον κατήφορο τρέχοντας απ’ τα σοκάκια και φτάνω στην πλατεία του χωριού. Εκεί συναντήθηκα και με άλλους πιτσιρικάδες Κονιακίτες και Αθηναίους, και όλοι μαζί παίρναμε τον κατήφορο τρέχοντας για το Εκκλησάκι.
Εκεί αντικρίζουμε έκθαμβοι ένα αυτοκίνητο να έχει σταθμεύσει στο τέλος του κακοτράχαλου δρόμου μπροστά στο Εκκλησάκι. Τα μάτια μας καρφωθήκανε πάνω στο αυτοκίνητο που ήταν ένα καινούργιο Alfa Romeo Julietta της εποχής εκείνης που το έφερε ο αείμνηστος ο Αλκης ο Μίχος ο οποίος μόνο αυτός μπορούσε να το οδηγήσει επάνω στα κατσάβραχα και τους χαλιάδες μιας και ήταν την εποχή εκείνη πρωταθλητής Ελλάδος στους αγώνες των αυτοκινήτων και διεκδικητής της πρώτης θέσης του ράλλυ Ακρόπολις του πιο σκληρού ράλλυ στον κόσμο.
Στη συνέχεια και μέχρι να συστηθούμε με τον Αλκη εμείς οι πιτσιρικάδες φτάνουνε από κοντά και μερικοί άντρες του χωριού. Τον χαιρέτησαν κι αυτοί και τον κοιτούσαν με θαυμασμό και απορία και τον ρωτούσαν πως τα κατάφερε και ήρθε με αυτοκίνητο μέχρι εδώ, περνώντας αυτόν τον κακοτράχαλο και αδιάβατο δρόμο. Εκείνος τους έκανε με τα χέρια τις κινήσεις των φτερών απ’ τα πουλιά όταν πετάνε. Πετώντας το έφερα το αυτοκίνητο τους έλεγε. Και τον δρόμο τον έκανα ίσωμα.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο πίσω μας πήραμε τον ανήφορο και πήγαμε όλοι μαζί στο χωριό. Το ίδιο βράδυ γλεντήσανε το γεγονός στο μαγαζί του Τσελονίκου οι Κονιακίτες με άφθονο κρασί.
Την άλλη μέρα που θα έφευγε για την Αθήνα ο Άλκης, κατεβήκαμε από το χωριό στο εκκλησάκι πολλοί άνδρες του χωριού ο Πρόεδρος κι ο Ιερέας του χωριού ο αείμνηστος Παπαμάρκος και φυσικά ένα τσούρμο πιτσιρικάδες για να τον αποχαιρετήσουμε. Εκεί ο ιερέας έκανε αγιασμό και μετά τον αποχαιρετίσαμε, ευχόμενοι να έχει καλό ταξίδι.
Ο Άλκης μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο έβαλε μπρος στη μηχανή έκανε μια δεξιοτεχνική μανούβρα κι έφυγε σαν άνεμος με τον τενόρο του αυτοκινήτου να μας αποχαιρετά λαλώντας δυνατά εκείνη την ανεπανάληπτη πεντάφωνη μελωδία. Καθήσαμε για λίγο ακόμα στο εκκλησάκι και περιμέναμε να φανεί το αυτοκίνητο απέναντι στο Λευκαδιώτικο βουνό. Χωρίς να το καταλάβουμε και σε χρόνο ρεκόρ είδαμε τον κουρνιαχτό του αυτοκινήτου να ανεβαίνει τη Γμαρωπλαγιά και να χάνεται προς το Λευκαδίτη.
Αυτό ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που πάτησε τα χώματα του Κονιάκου και έφτασε τότε στο εκκλησάκι. Αυτουνού του αυτοκινήτου τη φωνή πρωτοάκουσαν η Γκιώνα, ο Μόρνος, τα Βαρδούσια και ο όμορφος Κονιάκος.
Μάρκος Φαμέλης.
Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο ΚΟΝΙΑΚΟΣ" στο τεύχος Ιουνίου 1999

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Η άφιξη

Περασμένο μεσημέρι κι η υπόλοιπη παρέα έφτασε στο χωριό. Τους είχε οδηγήσει ο αδερφός μου και αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο, ανέβηκαν στο μαγαζί όπου τους περιμέναμε εγώ με το Νίκο. 
Ο Αλέκος μετά τις συστάσεις έφερε κονιάκ σε όλους καθίσαμε γύρω απ’ τη σόμπα που ζέσταινε το χώρο κι αρχίσαμε τα αστεία και τα σχέδια για το πώς θα περάσουμε τις υπόλοιπες ημέρες. Συνεχίσαμε να ζεσταινόμαστε με τη σόμπα και το κονιάκ και να τρώμε τα στραγάλια που μας έφερνε κάθε λίγο και ότι άλλο διέθετε σαν συνοδευτικό.
Αφού συνεννοηθήκαμε το βράδυ να μας έχει εορταστικό δείπνο ανηφορίσαμε προς το σπίτι της γιαγιάς, που ήταν άδειο μιας και είχε φύγει από καιρό για την Αθήνα,  όπου και θα έμεναν οι περισσότεροι, προκειμένου να ταχτοποιηθούμε να στρώσουμε τα σκεπάσματα  να επιχειρήσουμε να ανάψουμε το τζάκι και να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις της παραμονής μας χωρίς απρόοπτα και να σχεδιάσουμε την επαναφορά  του χώρου στην προηγούμενη κατάσταση του όταν θα φεύγαμε.
Οι τρεις ξένοι, ο Νίκος κι ο Γιάννης θα μένανε εδώ κι εγώ θα πήγαινα στην άλλη γιαγιά. Στρωματσάδα για τρείς κι οι άλλοι δυό στα κρεβάτια ήταν μια καλή κατανομή. Βέβαια με την ανύπαρκτη στεγανότητα του σπιτιού το να κοιμηθεί κανείς στρωματσάδα καθώς θα έμπαινε η Γκιώνα απ’ το κατώι θα ήταν μια εμπειρία αλλά δεν μας έμενε άλλη επιλογή απ’ το να χρησιμοποιήσουμε ότι βελέντζα υπήρχε  προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα φράχτη στην παγωνιά που έμπαινε από το κατώι. Όπως αποδείχτηκε τελικά, ο μεσαίος στη στρωματσάδα είχε το πρόβλημα καθώς οι δυό ακριανοί τραβούσαν τα σκεπάσματα για να καλυφτούν όσο περισσότερο γίνεται και δημιουργούσαν μια περίεργη «τέντα» πάνω απ’ τον μεσαίο στερώντας του τη δυνατότητα να σκεπαστεί κι αυτός σαν άνθρωπος.
Ο ένας από τους ξένους μας, ο Νίκος ο μόνος από όλους μας που είχε μουστάκι, έκατσε σταυροπόδι μπροστά στη φωτιά που καταφέραμε να ανάψουμε και συναρμολόγησε το κλαρίνο που είχε πάρει απ’ τον Αλέκο και βάλθηκε να το φυσάει.
Το θέαμα στην αρχή  ήταν αστείο καθώς κοκκίνιζε και έβγαζε ήχους παράταιρους προσποιούμενος τον κλαρινίστα. Η αρχική αστεία σκηνή άρχισε να εκνευρίζει τους περισσότερους καθώς ο φίλος μας έχοντας πάρει στα σοβαρά το ρόλο του συνέχιζε απτόητος να μας ξεκουφαίνει με τα στριγκλίσματα του οργάνου, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες.
(α 5)

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Παραμονή..


Το πρωί της παραμονής μας περίμεναν πολλά για να κάνουμε. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να προετοιμάσουμε το κατάλυμα για τους υπόλοιπους που περιμέναμε, δεύτερο έπρεπε να επιμεληθούμε για το βραδινό δείπνο για το δείπνο της παραμονής, για το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Πριν απ’ όλα όμως με ξύπνησε η μυρουδιά απ’ την τυροκλούρα που η γιαγιά από νωρίς είχε φτιάξει και είχε φουρνίσει στη γάστρα. Ήξερε ότι εμείς δεν νηστεύαμε.  Ο ξάδερφος είχε φύγει κι αυτός  από νωρίς και είχε πάει στα παλιόμαντρα, ίσως επέστρεφε το βράδυ ίσως όχι. Το θεσπέσιο αυτό πρόγευμα ήταν ότι χρειαζόταν για να βγω στο κρύο και βροχερό  πρωινό. Πριν απ’ όλα όμως έπρεπε να τριγυρίσω λίγο στα κοντινά μέρη τα καλοκαιριάτικα να έχω την εικόνα του χειμώνα να συγκρίνω και να διαλέξω, αλλά πάνω απ’ όλα να νιώσω ελεύθερος. Όχι βέβαια πως μας έλλειπε η αίσθηση αυτή αλλά όταν φτάναμε σε τούτο τον τόπο  νιώθαμε αποκομμένοι από κάθε δεσμό που μας κράταγε με οτιδήποτε έστω και για λίγο.
Άνοιξα μια παλιά ομπρέλα ντύθηκα σφιχτά ένα ναυτικό αμπέχονο πάνω από ένα χοντρό πουλόβερ και ξεκίνησα προς το Γεροσάκο. Το ψιλόβροχο κι η αντάρα δεν επέτρεπαν μεγάλη ορατότητα όμως τα μέρη ήταν γνωστά και πολυπερπατημένα. Τίποτα δεν ακούγονταν, έξω από μικρά τριξίματα απ’ τα πουρναρόφυλλα καθώς τα περπάταγα και τα κουδούνια των κοπαδιών που είχαν βγει για την πρωινή τους βοσκή. 
Ο τόπος μύριζε βροχή κι απ’ το χωριό ερχόταν η μυρουδιά απ’ τα τζάκια ανακατεμένη με τις μυρουδιές απ’ τα λίγα νηστίσιμα φαγητά που μαγείρευαν οι νοικοκυρές για το μεσημέρι της παραμονής. Γνώριμη μυρουδιά.
(a. 4)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Στο μαγαζί του Αλέκου..

Το μαγαζί του Αλέκου ήταν το μόνο ανοιχτό.
Στη μέση η σόμπα, η ξυλόσομπα, τριγύρω τα μεταλλικά τραπέζια με τις καρέκλες τους και οι θαμώνες που έπαιζαν χαρτιά ανάμεσα στους πυκνούς καπνούς απ’ τα τσιγάρα και τα πειράγματα των παικτών.
Με χαμόγελο και καλή διάθεση μας υποδέχτηκαν οι θαμώνες, κι ο Αλέκος, με τη γυναίκα του τη Μαρία, μας κέρασαν κονιακάκι για να ζεσταθούμε. Καθίσαμε κοντά στη σόμπα.
Η σόμπα μια ιδιοκατασκευή βαρελοειδής με μεγάλη χωρητικότητα και εξίσου μεγάλη επιφάνεια για μαγείρεμα είχε κεντρική θέση στο χώρο.
Ο καπνός που έβγαινε μαζεύονταν στα μπουριά που στερεωμένα στο ταβάνι με σύρματα για να μην πέφτουν έβγαιναν στην αυλή στον πλάτανο μέσα από μια τρύπα στο τζάμι και πλημμύριζαν το χώρο με τον καπνό του καμένου ξύλου και ιδιαίτερα τη μυρουδιά του καμένου έλατου που σκόρπιζε την αίσθηση του δάσους τριγύρω μας.
Την επόμενη βραδιά που θα είχαμε αρκετό κόσμο παρακαλέσαμε τον Αλέκο να φροντίσει να φάμε εκεί και κείνος με προθυμία ανταποκρίθηκε. Απόμεινε μόνο να κανονίσουμε το «μενού».
Απάνω στο επαγγελματικό ψυγείο που είχε στο μαγαζί βρίσκονταν κι ένα μαγνητόφωνο που είχε ένα σωρό τραγούδια κι έτσι είχαμε εξασφαλίσει την μουσική για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν στον Αλέκο, παράλληλα δε μας έδειξε με υπερηφάνεια κι ένα κλαρίνο που είχε μέσα σε ένα συρτάρι και πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε, απόμενε μόνο να βρούμε και κείνον που θα ήξερε να παίζει.
Ο καιρός βαρύς χριστουγεννιάτικος κλεισμένος από παντού με ένα συνεχές ψιλόβροχο και χιόνι στα βουνά, πολύ χιόνι. Ανηφορίσαμε με τον ξάδερφο για το σπίτι και ξαπλώσαμε δίπλα στο τζάκι που έκαιγε συνέχεια. Κλείσαμε τη μεσόπορτα και αφήσαμε το χώρο στην προστασία του τζακιού.
Παπάς στο χωριό δεν υπήρχε κι έτσι τα Χριστούγεννα θα γίνονταν βουβά χωρίς το συμβολισμό των ημερών που θα είχε το μάζεμα στην εκκλησία. Δεν πειράζει έτσι κι αλλιώς είχαν κάποιοι αποφασίσει να κτυπήσουν την καμπάνα για να ακουστεί όχι μόνο η γιορτή αλλά και η κορύφωση της.
Ο ύπνος γλυκός βαθύς έκλεισε τα βλέφαρα.
(α.3)

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Οι Βρίζες γύρω απλώνονται, πανέμορφο λιβάδι.
Βλέπω βουνά πανύψηλα, τα σύννεφα να αγγίζουν,
ακούω κυπροκούδουνα, κοπάδια που βοσκίζουν
και τα πουλιά χαρούμενα, να μας καλωσορίζουν.
Είναι μια ώρα μαγική, είναι μια οπτασία.
Εδώ τα απόσκια γείρανε στα όμορφα Βαρδούσια
κι απέναντι ο ήλιος τη Γκιώνα χαιρετά πριν πει καληνύχτα.
Αντικριστά της Παναγιάς πρόβαλε το εκκλησάκι στη στράτα.
Πορεία αλλάζουμε να ανάψουμε κεράκι.
Άντε σε λίγο φτάνουμε, μου λέει η Κατερίνα,
εγώ της αποκρίθηκα.
Όλο μου λέτε φτάνουμε, Κονιάκο όμως δεν είδα.
Να έλα από δω να δεις τα ακριανά τα σπίτια,
να και το σπίτι της γιαγιάς μου δείχνει η Θυμία.
Περνώντας το Βαθύρεμα και πάλι ανηφόρα.
Το χώμα στη στράτα χάθηκε, είναι όλο κοτρώνια.
Τα παπούτσια μου έχουν λαβωθεί κι έχουν αλλάξει χρώμα.
Θυμήθηκα τη μάνα μου που έλεγε:
εδώ θέλει γουρουνοτσάρουχα με από κάτω ρόδα.
Γιώργη πόσες ώρες βαδίζουμε ρωτώ με απορία;
Και όλοι μαζί μου απαντούν πως φτάσαμε.
Τέσσερις ώρες κράτησε τούτη η πεζοπορία.
Αχυρώνες και πουρνάρες βλέπω μπροστά,
δίπλα στα κάτω αλώνια.
Και από κάτω στου Σκαρπιά βοσκάνε κάτι ζώα.
Φτάσαμε, να το σπίτι μας ετούτο με το μπαλκόνι,
μου λένε οι εξαδέλφες μου οι αδελφές του Γιώργη.
Εδώ μας περιμένουνε με ανοιχτές αγκάλες
οι θειάδες μου οι μπαρμπάδες μου
η γιαγιά μου η Λιάρενα κι οι πρώτες μου ξαδερφάδες.
Μας καλωσορίσανε με αγάπη πατρική.
Στις αγκαλιές και στα φιλιά έχω παραδοθεί.
Ένιωσα σαν στο σπίτι μου.
Πλημμύρισα στοργή.
Μπήκαμε μέσα στου σπιτιού το δεξιό κατώι
κι άρχισαν τα κεράσματα και το κουβεντολόι.
Οι δυό μικρές ξαδέρφες μου η Γιώτα κι η Βαγγελίτσα
αρχίσανε να με ρωτούν πως είναι η Αθήνα.
Με τι το πήρα στο σχολειό.
Κι αν θάρθουν και τα αδέρφια μου ο Αποστόλης κι η Κατίνα.
Ήδη όμως σουρούπωσε νυχτώνει σιγά σιγά.
Ωστόσο απ’ έξω ακούγονται να παίζουνε παιδιά
στου μπάρμπα του Καφριτσάκη.
Παίζουνε κάτω απ’ τη μουριά
με μια κούνια αυτοσχέδια φτιαγμένη από τριχιά.
Η μέρα εδώ τελείωσε σιγά σιγά απλώνεται η νύχτα.
Έτσι στον Κονιάκο έφτασα στα χρόνια του πενήντα.
Έξι η ώρα έφυγα πρωί απ’ την Αθήνα
και στον Κονιάκο έφτασα λιγάκι πριν τη νύχτα.
(4)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Συνέχεια στην πορεία μας και το τοπίο αλλάζει.
Το πράσινο βλέπω μακριά όμως με ξεκουράζει.
Στ’ αριστερά και χαμηλά βλέπω χαλί πρασινωπό,
κεντίδια στολισμένο.
Το Βελούχοβο είναι το χωριό,
με δέντρα σκεπασμένο.
Για μένα οι ξαδέρφες μου λένε η μια στην άλλη,
το χαϊβάνι τούτο θα ξεποδαριαστεί.
Σταμάτα να το βάλουμε καβάλα στο μουλάρι.
Δέχτηκα με ευχαρίστηση να ανέβω στο μουλάρι καρκατσέλα.
Αμέσως με βάλανε απάνω στο σαμάρι.
Για μένα είναι πρωτόγνωρη τούτη η εμπειρία.
Πετάω απ’ τη χαρά στα σύννεφα που κάνω ιππασία.
Καμαρωτός και λυγιστός πηγαίνω στράτα πολύ.
Κάποια στιγμή διαβαίνουμε μια εκκλησία μικρή.
Ρώτησα και μου είπανε πως είναι η Υπαπαντή.
Εδώ απ’ το μουλάρι κατέβηκα, κι Γιώργης κάτι μου δείχνει.
Βλέπεις εκείνο τον καπνό, που στο βουνό σκορπίζει;
Αυτό είναι της νόνας σου το χωριό το όμορφο Τριβίδι.
Βλέποντας κάτω χαμηλά είναι του Μόρνου η ποταμιά.
Μες στα βουνά διαβαίνει,
με όλο πλατάνια και ιτιές στα πράσινα ντυμένη.
Προχωρώντας μπαίνουμε σε δύσβατο μονοπάτι.
Στο ένα μουλάρι έγειρε θα πέσει το σαμάρι.
Αμέσως σταματήσαμε και τα δυό μουλάρια.
Το ένα το ζώο μου δώσανε να κρατώ από την καπιστράνα.
Ισιώνουμε τα δέματα, σφίγγουν τα καναβίδια.
Ένα δέμα μας άνοιξε με ένα σωρό βιβλία.
Του Γιώργη είναι μαθήματα σπουδάζει στην Αθήνα.
Τα πήρε μαζί για να διαβάσει στο χωριό που έχει ησυχία.
Συνέχεια στη στράτα μας κατήφορος αρχίζει
και πάνω στην πλαγιά λίγα σπιτάκια φαίνονται.
Είναι το Λευκαδίτι.
Σε λίγο στην άκρη μπαίνουμε στου Μόρνου το ποτάμι.
Πατάμε λιγάκι αμμουδιά, κι αυτό μας ξεκουράζει.
Η στράτα γίνεται όνειρο, η φύση εδώ γιορτάζει.
Παντού πλατάνια και ιτιές, το διάβα μας σκεπάζουν.
Το ασημένιο του νερό κυλλά νύχτα και μέρα,
ωστόσο το βλέπω δύσκολο να βγούμε από πέρα.
Τα μουλάρια σχίζουνε τον ποταμό.
Νεροκροτούν τα πέταλα, που είναι σιδερένια,
στη στράτα τη διάφανη τη νεροβοτσαλένια
και εμείς, σαν ακροβάτες σε σχοινί,
περνάμε, πατώντας πέτρα από πέτρα.
Ευχάριστη διαδρομή, με έχει συναρπάσει.
Μετά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα βαθύ αυλάκι.
Είναι γεμάτο με νερό ποτίζει το Αϊβάτι.
Έχει και ωραίο όνομα το λένε μέγα αυλάκι.
Αφήνουμε το πράσινο, παίρνουμε την ανηφοριά.
Διαβαίνουμε ξερά ρέματα και κακοτράχαλη πλαγιά.
Περνώντας τα παλιόμαντρα, στη στράτα μας μπροστά,
βλέπω κοτρώνες γίγαντες, μνημεία στρογγυλά,
που ήρθαν εδώ και στάθηκαν από κατεβασιά.
Ανεβαίνοντας σιγά σιγά το τοπίο πάλι αλλάζει.
(3)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)