Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Παραμονή..


Το πρωί της παραμονής μας περίμεναν πολλά για να κάνουμε. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να προετοιμάσουμε το κατάλυμα για τους υπόλοιπους που περιμέναμε, δεύτερο έπρεπε να επιμεληθούμε για το βραδινό δείπνο για το δείπνο της παραμονής, για το Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Πριν απ’ όλα όμως με ξύπνησε η μυρουδιά απ’ την τυροκλούρα που η γιαγιά από νωρίς είχε φτιάξει και είχε φουρνίσει στη γάστρα. Ήξερε ότι εμείς δεν νηστεύαμε.  Ο ξάδερφος είχε φύγει κι αυτός  από νωρίς και είχε πάει στα παλιόμαντρα, ίσως επέστρεφε το βράδυ ίσως όχι. Το θεσπέσιο αυτό πρόγευμα ήταν ότι χρειαζόταν για να βγω στο κρύο και βροχερό  πρωινό. Πριν απ’ όλα όμως έπρεπε να τριγυρίσω λίγο στα κοντινά μέρη τα καλοκαιριάτικα να έχω την εικόνα του χειμώνα να συγκρίνω και να διαλέξω, αλλά πάνω απ’ όλα να νιώσω ελεύθερος. Όχι βέβαια πως μας έλλειπε η αίσθηση αυτή αλλά όταν φτάναμε σε τούτο τον τόπο  νιώθαμε αποκομμένοι από κάθε δεσμό που μας κράταγε με οτιδήποτε έστω και για λίγο.
Άνοιξα μια παλιά ομπρέλα ντύθηκα σφιχτά ένα ναυτικό αμπέχονο πάνω από ένα χοντρό πουλόβερ και ξεκίνησα προς το Γεροσάκο. Το ψιλόβροχο κι η αντάρα δεν επέτρεπαν μεγάλη ορατότητα όμως τα μέρη ήταν γνωστά και πολυπερπατημένα. Τίποτα δεν ακούγονταν, έξω από μικρά τριξίματα απ’ τα πουρναρόφυλλα καθώς τα περπάταγα και τα κουδούνια των κοπαδιών που είχαν βγει για την πρωινή τους βοσκή. 
Ο τόπος μύριζε βροχή κι απ’ το χωριό ερχόταν η μυρουδιά απ’ τα τζάκια ανακατεμένη με τις μυρουδιές απ’ τα λίγα νηστίσιμα φαγητά που μαγείρευαν οι νοικοκυρές για το μεσημέρι της παραμονής. Γνώριμη μυρουδιά.
(a. 4)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Στο μαγαζί του Αλέκου..

Το μαγαζί του Αλέκου ήταν το μόνο ανοιχτό.
Στη μέση η σόμπα, η ξυλόσομπα, τριγύρω τα μεταλλικά τραπέζια με τις καρέκλες τους και οι θαμώνες που έπαιζαν χαρτιά ανάμεσα στους πυκνούς καπνούς απ’ τα τσιγάρα και τα πειράγματα των παικτών.
Με χαμόγελο και καλή διάθεση μας υποδέχτηκαν οι θαμώνες, κι ο Αλέκος, με τη γυναίκα του τη Μαρία, μας κέρασαν κονιακάκι για να ζεσταθούμε. Καθίσαμε κοντά στη σόμπα.
Η σόμπα μια ιδιοκατασκευή βαρελοειδής με μεγάλη χωρητικότητα και εξίσου μεγάλη επιφάνεια για μαγείρεμα είχε κεντρική θέση στο χώρο.
Ο καπνός που έβγαινε μαζεύονταν στα μπουριά που στερεωμένα στο ταβάνι με σύρματα για να μην πέφτουν έβγαιναν στην αυλή στον πλάτανο μέσα από μια τρύπα στο τζάμι και πλημμύριζαν το χώρο με τον καπνό του καμένου ξύλου και ιδιαίτερα τη μυρουδιά του καμένου έλατου που σκόρπιζε την αίσθηση του δάσους τριγύρω μας.
Την επόμενη βραδιά που θα είχαμε αρκετό κόσμο παρακαλέσαμε τον Αλέκο να φροντίσει να φάμε εκεί και κείνος με προθυμία ανταποκρίθηκε. Απόμεινε μόνο να κανονίσουμε το «μενού».
Απάνω στο επαγγελματικό ψυγείο που είχε στο μαγαζί βρίσκονταν κι ένα μαγνητόφωνο που είχε ένα σωρό τραγούδια κι έτσι είχαμε εξασφαλίσει την μουσική για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν στον Αλέκο, παράλληλα δε μας έδειξε με υπερηφάνεια κι ένα κλαρίνο που είχε μέσα σε ένα συρτάρι και πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε, απόμενε μόνο να βρούμε και κείνον που θα ήξερε να παίζει.
Ο καιρός βαρύς χριστουγεννιάτικος κλεισμένος από παντού με ένα συνεχές ψιλόβροχο και χιόνι στα βουνά, πολύ χιόνι. Ανηφορίσαμε με τον ξάδερφο για το σπίτι και ξαπλώσαμε δίπλα στο τζάκι που έκαιγε συνέχεια. Κλείσαμε τη μεσόπορτα και αφήσαμε το χώρο στην προστασία του τζακιού.
Παπάς στο χωριό δεν υπήρχε κι έτσι τα Χριστούγεννα θα γίνονταν βουβά χωρίς το συμβολισμό των ημερών που θα είχε το μάζεμα στην εκκλησία. Δεν πειράζει έτσι κι αλλιώς είχαν κάποιοι αποφασίσει να κτυπήσουν την καμπάνα για να ακουστεί όχι μόνο η γιορτή αλλά και η κορύφωση της.
Ο ύπνος γλυκός βαθύς έκλεισε τα βλέφαρα.
(α.3)

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Οι Βρίζες γύρω απλώνονται, πανέμορφο λιβάδι.
Βλέπω βουνά πανύψηλα, τα σύννεφα να αγγίζουν,
ακούω κυπροκούδουνα, κοπάδια που βοσκίζουν
και τα πουλιά χαρούμενα, να μας καλωσορίζουν.
Είναι μια ώρα μαγική, είναι μια οπτασία.
Εδώ τα απόσκια γείρανε στα όμορφα Βαρδούσια
κι απέναντι ο ήλιος τη Γκιώνα χαιρετά πριν πει καληνύχτα.
Αντικριστά της Παναγιάς πρόβαλε το εκκλησάκι στη στράτα.
Πορεία αλλάζουμε να ανάψουμε κεράκι.
Άντε σε λίγο φτάνουμε, μου λέει η Κατερίνα,
εγώ της αποκρίθηκα.
Όλο μου λέτε φτάνουμε, Κονιάκο όμως δεν είδα.
Να έλα από δω να δεις τα ακριανά τα σπίτια,
να και το σπίτι της γιαγιάς μου δείχνει η Θυμία.
Περνώντας το Βαθύρεμα και πάλι ανηφόρα.
Το χώμα στη στράτα χάθηκε, είναι όλο κοτρώνια.
Τα παπούτσια μου έχουν λαβωθεί κι έχουν αλλάξει χρώμα.
Θυμήθηκα τη μάνα μου που έλεγε:
εδώ θέλει γουρουνοτσάρουχα με από κάτω ρόδα.
Γιώργη πόσες ώρες βαδίζουμε ρωτώ με απορία;
Και όλοι μαζί μου απαντούν πως φτάσαμε.
Τέσσερις ώρες κράτησε τούτη η πεζοπορία.
Αχυρώνες και πουρνάρες βλέπω μπροστά,
δίπλα στα κάτω αλώνια.
Και από κάτω στου Σκαρπιά βοσκάνε κάτι ζώα.
Φτάσαμε, να το σπίτι μας ετούτο με το μπαλκόνι,
μου λένε οι εξαδέλφες μου οι αδελφές του Γιώργη.
Εδώ μας περιμένουνε με ανοιχτές αγκάλες
οι θειάδες μου οι μπαρμπάδες μου
η γιαγιά μου η Λιάρενα κι οι πρώτες μου ξαδερφάδες.
Μας καλωσορίσανε με αγάπη πατρική.
Στις αγκαλιές και στα φιλιά έχω παραδοθεί.
Ένιωσα σαν στο σπίτι μου.
Πλημμύρισα στοργή.
Μπήκαμε μέσα στου σπιτιού το δεξιό κατώι
κι άρχισαν τα κεράσματα και το κουβεντολόι.
Οι δυό μικρές ξαδέρφες μου η Γιώτα κι η Βαγγελίτσα
αρχίσανε να με ρωτούν πως είναι η Αθήνα.
Με τι το πήρα στο σχολειό.
Κι αν θάρθουν και τα αδέρφια μου ο Αποστόλης κι η Κατίνα.
Ήδη όμως σουρούπωσε νυχτώνει σιγά σιγά.
Ωστόσο απ’ έξω ακούγονται να παίζουνε παιδιά
στου μπάρμπα του Καφριτσάκη.
Παίζουνε κάτω απ’ τη μουριά
με μια κούνια αυτοσχέδια φτιαγμένη από τριχιά.
Η μέρα εδώ τελείωσε σιγά σιγά απλώνεται η νύχτα.
Έτσι στον Κονιάκο έφτασα στα χρόνια του πενήντα.
Έξι η ώρα έφυγα πρωί απ’ την Αθήνα
και στον Κονιάκο έφτασα λιγάκι πριν τη νύχτα.
(4)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Συνέχεια στην πορεία μας και το τοπίο αλλάζει.
Το πράσινο βλέπω μακριά όμως με ξεκουράζει.
Στ’ αριστερά και χαμηλά βλέπω χαλί πρασινωπό,
κεντίδια στολισμένο.
Το Βελούχοβο είναι το χωριό,
με δέντρα σκεπασμένο.
Για μένα οι ξαδέρφες μου λένε η μια στην άλλη,
το χαϊβάνι τούτο θα ξεποδαριαστεί.
Σταμάτα να το βάλουμε καβάλα στο μουλάρι.
Δέχτηκα με ευχαρίστηση να ανέβω στο μουλάρι καρκατσέλα.
Αμέσως με βάλανε απάνω στο σαμάρι.
Για μένα είναι πρωτόγνωρη τούτη η εμπειρία.
Πετάω απ’ τη χαρά στα σύννεφα που κάνω ιππασία.
Καμαρωτός και λυγιστός πηγαίνω στράτα πολύ.
Κάποια στιγμή διαβαίνουμε μια εκκλησία μικρή.
Ρώτησα και μου είπανε πως είναι η Υπαπαντή.
Εδώ απ’ το μουλάρι κατέβηκα, κι Γιώργης κάτι μου δείχνει.
Βλέπεις εκείνο τον καπνό, που στο βουνό σκορπίζει;
Αυτό είναι της νόνας σου το χωριό το όμορφο Τριβίδι.
Βλέποντας κάτω χαμηλά είναι του Μόρνου η ποταμιά.
Μες στα βουνά διαβαίνει,
με όλο πλατάνια και ιτιές στα πράσινα ντυμένη.
Προχωρώντας μπαίνουμε σε δύσβατο μονοπάτι.
Στο ένα μουλάρι έγειρε θα πέσει το σαμάρι.
Αμέσως σταματήσαμε και τα δυό μουλάρια.
Το ένα το ζώο μου δώσανε να κρατώ από την καπιστράνα.
Ισιώνουμε τα δέματα, σφίγγουν τα καναβίδια.
Ένα δέμα μας άνοιξε με ένα σωρό βιβλία.
Του Γιώργη είναι μαθήματα σπουδάζει στην Αθήνα.
Τα πήρε μαζί για να διαβάσει στο χωριό που έχει ησυχία.
Συνέχεια στη στράτα μας κατήφορος αρχίζει
και πάνω στην πλαγιά λίγα σπιτάκια φαίνονται.
Είναι το Λευκαδίτι.
Σε λίγο στην άκρη μπαίνουμε στου Μόρνου το ποτάμι.
Πατάμε λιγάκι αμμουδιά, κι αυτό μας ξεκουράζει.
Η στράτα γίνεται όνειρο, η φύση εδώ γιορτάζει.
Παντού πλατάνια και ιτιές, το διάβα μας σκεπάζουν.
Το ασημένιο του νερό κυλλά νύχτα και μέρα,
ωστόσο το βλέπω δύσκολο να βγούμε από πέρα.
Τα μουλάρια σχίζουνε τον ποταμό.
Νεροκροτούν τα πέταλα, που είναι σιδερένια,
στη στράτα τη διάφανη τη νεροβοτσαλένια
και εμείς, σαν ακροβάτες σε σχοινί,
περνάμε, πατώντας πέτρα από πέτρα.
Ευχάριστη διαδρομή, με έχει συναρπάσει.
Μετά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα βαθύ αυλάκι.
Είναι γεμάτο με νερό ποτίζει το Αϊβάτι.
Έχει και ωραίο όνομα το λένε μέγα αυλάκι.
Αφήνουμε το πράσινο, παίρνουμε την ανηφοριά.
Διαβαίνουμε ξερά ρέματα και κακοτράχαλη πλαγιά.
Περνώντας τα παλιόμαντρα, στη στράτα μας μπροστά,
βλέπω κοτρώνες γίγαντες, μνημεία στρογγυλά,
που ήρθαν εδώ και στάθηκαν από κατεβασιά.
Ανεβαίνοντας σιγά σιγά το τοπίο πάλι αλλάζει.
(3)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Ο δρόμος είναι πολύ στενός κι όλο στροφές σαν φίδι.
Σε όλες τις κλειστές στροφές ο οδηγός κορνάρει
γιατί δυό αυτοκίνητα ο δρόμος δεν χωράει.
Περνάμε κάμπους και βουνά, γεφύρια χίλια δύο.
Ο Γιώργης μου λέει φτάνουμε.
Περνάμε το Μαλανδρίνο.
Λίγος δρόμος μας έμεινε, τελειώνει το στροφιλίκι.
Σε κάποια στροφή ξεπρόβαλε το όμορφο Λιδωρίκι.
Τέσσερις το απόγευμα φτάνουμε στο Λιδωρίκι.
Εδώ είναι αλλιώτικα, μοσχοβολά η φύση.
Εδώ μας περιμένουνε οι αδελφές του Γιώργη.
Είναι κι οι δυό τους όμορφες καικόκκινες σαν ρόδι.
Με αγκαλιάζουν με φιλούν γεμάτες καλοσύνη.
Είναι οι πρώτες ξαδέλφες μου η Θυμία κι η Κατερίνη.
Αφού χαιρετηθήκαμε και μιλήσαμε για λίγο,
ανά χείρας παίρνουμε τις αποσκευές από το λεωφορείο
και πηγαίνουμε στο παρκινγκ των αλόγων και των γαϊδουρομουλαριών.
Απέναντι και δεξιά από το πρακτορείο
τα μάτια μου φωτογραφούν στα γρήγορα τα πάντα.
Οι άνθρωποι μιλούν ολόιδια σαν τη δική μου μάνα,
οι δε Λιδωρικιώτισες όλες φοράνε καφετί μαντήλια στα κεφάλια.
Τα σπίτια είναι πέτρινα, με ανώγια και κατώγια.
Στις στέγες ορθός ο μπουχαρές θυμίζει το χειμώνα.
Ο βασιλικός κι ο κατηφές στολίζουν τα μπαλκόνια
 και τα πορτοπαράθυρα -μια ξεχωριστή εικόνα-
 βαμμένα στου ουρανού και στου λουλακιού το χρώμα.
Οι ξαδέλφες μου φορτώνουν τις αποσκευές σε δυό ψηλά μουλάρια
με τέχνη, δεξιά κι αριστερά απάνω στα σαμάρια.
Σε λίγο ξεκινήσαμε, παίρνουμε ανηφοριά.
Τα μουλάρια κι εμείς διαβαίνουμε κάτι φαρδιά σκαλιά
που ήταν γεμάτα κοπριά και απ’τ’ άλογα σβουνιά.
Βαδίζω προς το άγνωστο, γι αυτό ερωτήσεις κάνω.
Εδώ είναι στο Σαμψαρή, μου είπανε, στη ράχη αποπάνω,
και τούτη τη στράτα θα πάρουμε να πάμε στον Κονιάκο.
Ξεκίνησα χαρούμενος με κέφι καιμε ζήλο.
Διψούσα για περιπέτεια κι ας ήμουν πιτσιρίκος.
Η στράτα προς τα αριστερά δείχνει πως πάει να στρίψει
και εκεί τρέχει γάργαρο και δροσερό νερό από μια βρύση.
Τα μουλάρια πήγανε μόνα τους στο νεράκι για να πιούνε,
όμως εκεί ήτανε ένας γάιδαρος νταής και πήγαν να τσακωθούνε.
Ήπιαμε, δροσιστήκαμε, και για τη στράτα πήραμε το δροσερό νερό της
που τρέχει μέσα από τα σπλάχνα του βουνού, του όρους Λιδωρικιώτη.
Ξεκινώντας τα μουλάρια πηγαίνουνε μπροστά
και μεις πεζοί από κοντά
μαζεύοντας τη στράτα.
Ο ήλιος μας βλέπει από ψηλά και μας χαμογελάει,
όμως δεν αστειεύεται
γι αυτό βάζω το καπελάκι μου ίσκιο να μου κρατάει.
Περνάμε και άλλη μια πηγή με λιγοστό νεράκι.
Ο τόπος είναι άνυδρος,
πράσινο δεν υπάρχει,
γύρω μας ξεροχώραφα με στάχια που ανεμίζουν.
Κάτι γι αλώνια άκουσα και πως θα τα θερίσουν.
(2)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ετσι πρωτοπήγα από την Αθήνα στον Κονιάκο το 1952

Ποιητική Αφήγηση
Η απόφαση να πάω στον Κονιάκο πάρθηκε στο σπίτι μας,
στα Νταμάρια της Καλλιθέας, κοντά στον Αι Γιώργη.
Είναι τέλος Μαΐου. Κυριακή μεσημέρι, λίγο μετά το φαγητό,
κι όλη η φαμίλια κάθεται γύρω απ’ το τραπέζι.
Οι γονείς μου συζητούν με τον ξάδελφό μου, τον Γιώργη,
πως ήλθε λιγάκι πρόωρα αυτό το καλοκαίρι.
Κάποια στιγμή συμφώνησαν στην πρόταση του Γιώργη,
μόλις τέλειωνε η σχολική χρονιά,
να με πάρει και να πάμε για διακοπές στον Κονιάκο,
στο χωριό της μάνας μου, αυτό το καλοκαίρι.
Εγώ είμαι επτά χρονών και ο Γιώργης πιο μεγάλος
κοντά του, μου είπε, να νιώθω σιγουριά,
και διακοπές αξέχαστες μαζί του θα περάσω.
Μου είπε πολλά και με έπεισε να πάω στον Κονιάκο.
Εγώ ζούσα με το όνειρο να πάω στο χωριό
και πώς να τελειώσουν γρήγορα οι μέρες στο σχολειό.
Ο Ιούνιος όμως δεν άργησε και ένα πρωινό,
με τις αποσκευές στο πρακτορείο, κοντά στη Μητρόπολη των Αθηνών,
ξεκινήσαμε για το χωριό.
Σαν τσιροπούλι κούρνιασα μέσα στο Πρακτορείο
είναι σχεδόν χαράματα, και κάνει λίγο κρύο.
Μετά από λίγο φτάνει του Λιδωρικιού,
ένα πρασινωπό, μικρό λεωφορείο
η μούρη του είναι μακριά και έχει μουστάκια και φτερά
και τα φώτα του σαν μάτια λάμπουν και είναι αστραφτερά.
Στη σκεπή του έχει σχάρα με ένα γκρίζο μουσαμά
και από πίσω έχει σκάλα με μικρά στενά σκαλιά.
Τις αποσκευές ο βοηθός του λεωφορείου στη σχάρα τοποθετεί
κι ο οδηγός τον βοηθά από το πισινό σκαλί.
Ο οδηγός είναι όμορφος και πολύ συμπαθής
το όνομα του άκουσα τον λένε Θοδωρή.
Με κάποιον αστειεύτηκε κι αρχίσανε τα γέλια
γιατί πίσω φορτώσανε για ντεκόρ δυό ξύλινα βαρέλια.
Στη συνέχεια κάποιος φωνάζει ονόματα
και οι επιβάτες μπαίνουμε στο λεωφορείο μέσα.
Στο κάθισμα καθίσαμε με το Γιώργη αντάμα,
το λεωφορείο μυρίζει ανάμικτα, τυρίλες, βενζίνες, τσαρούχια και ταγάρια.
Ο οδηγός τη μηχανή βάζει μπροστά κι αμέσως ξεκινάει
μαζί κι η φαντασία μου στο Λιδωρίκι και στον Κονιάκο πάει.
Πορεία προς την Ιερά Οδό και φτάνουμε Ελευσίνα
περνάμε από Θήβα, Λιβαδιά και όλη την Κωπαΐδα.
Φτάνουμε στην Αράχωβα, στάση για φαγητό
απέναντι τρέχει γάργαρο του Παρνασσού νερό.
Μετά περνάμε τους Δελφούς και φτάνουμε Χρυσό
κάποια γιαγιά ζαλίστηκε, θα κάνει εμετό
σακούλες ζητά κατάχλωμη, από το βοηθό.
Παίρνουμε τον κατήφορο ευθεία για την Άμφισσα
κι οι επιβάτες τραγουδούν τραγούδι για τα Σάλωνα.
Ανάβαση για την Αγιά Θυμιά, φτάνουμε Βουνιχώρα
εδώ σαν να ψιχάλισε μυρίζει βρεμένο χώμα.
Ταξίδι ατελείωτο μέχρι το Λιδωρίκι.
(1)
ΜΑΡΚΟΣ ΦΑΜΕΛΗΣ
Ο Μάρκος της Λιαρομάρως
(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κονιάκος" στο τεύχος του Μαρτίου 1999)  

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Προπαραμονή Χριστουγέννων..

Σχεδόν βράδιασε όταν φτάσαμε στο χωριό.
 Ο Νίκος πήγε στη θεία τη Λάμπρω, ο Κώστας στο σπίτι του θείου του κι εγώ ανέβηκα στις γιαγιάς. Το τζάκι αναμμένο, φώτιζε τριγύρω με τις αναλαμπές που δίνουν οι κλάρες καθώς καίγονται και πάσχιζε να ζεστάνει το χώρο παλεύοντας με την παγωνιά που έφερνε ο βοριάς από τη χιονισμένη Οίτη, τη Γκιώνα, τα Βαρδούσια, να κόψει λίγο απ’ την δύναμη της που ήταν ιδιαίτερα αισθητή τριγύρω.
Η γιαγιά, υπέργηρη με το σκαμμένο της πρόσωπο να κρύβει στο βλέμμα μια αδιόρατη βαθιά θλίψη, ελάχιστες χαρές περίμενε πια, και μια απ’ αυτές ήμασταν τα εγγόνια της, ιδιαίτερα όταν ερχόταν η ώρα να μας φιλοξενήσει, να μας περιποιηθεί.
 Τις ημέρες εκείνες ήξερε πως θα ανέβαινα και με τις λιγοστές της δυνάμεις είχε φροντίσει να φτιάξει «μπριγιάνι» στη γάστρα, που ήξερε πως ήταν το αγαπημένο μας φαγητό. Ο ξάδερφος ο Αποστόλης ήταν ήδη στο σπίτι του πατέρα του εκμεταλλευόμενος κι αυτός τις διακοπές των Χριστουγέννων απ’ την σχολή που φοιτούσε ήδη από τις αρχές της χρονιάς.
  Η θαλπωρή του ζεστού δωματίου που το φώτιζε μια λάμπα και οι αναλαμπές από τις κλάρες που καίγονταν στο τζάκι, η μυρουδιά απ’ το φτωχικό αλλά αξεπέραστο σε νοστιμιά φαγητό και το στρωμένο με βαριά σκεπάσματα κρεβάτι ζωγράφιζαν το χριστουγεννιάτικο σκηνικό που θα μας συνόδευε τις υπόλοιπες ημέρες που θα βρισκόμασταν εδώ.
Σε λίγο ήρθε κι ο ξάδερφος, έκατσε παρέα δίπλα στη γιαγιά που την αγαπούσε ίσως περισσότερο από όλους μας και τον κατατόπισα για την άφιξη της επόμενης ομάδας όπου θα ήταν οι φίλοι απ’ την Αθήνα που τους είχε ήδη γνωρίσει μαζί με τον αδελφό μου. Είχαμε σχεδιάσει να φιλοξενηθούν στο σπίτι της άλλης γιαγιάς μιάς και ήταν άδειο. Η άλλη γιαγιά είχε κατέβει στην Αθήνα στα παιδιά της για να περάσει το χειμώνα κι έτσι είχαμε άφθονο δικό μας χώρο για φιλοξενία. Εκείνος με τη σειρά του μου είπε ποιοι απ’ τους δικούς μας είναι στο χωριό. Οι γονείς του είναι στο μαντρί στα παλιόμαντρα και μάλλον εκεί θα κάνει κι αυτός Χριστούγεννα μαζί τους και με τα αδέρφια του, αλλά θα ανεβαίνει και στο χωριό στο σπίτι του και στο σπίτι της γιαγιάς.
  Αφού τα είπαμε για λίγο με τη γιαγιά και αποφάγαμε κατεβήκαμε στο μαγαζί του Αλέκου που ήταν το μόνο ανοικτό, να περάσουμε λίγη ώρα και να δούμε και τον κόσμο που μαζεύονταν εκεί για λίγο, να παίξουν χαρτιά για να κυλήσει καμιά ώρα να ανταλλάξουν δυό τρεις κουβέντες και να γυρίσουν στα σπίτια τους μέχρι την άλλη μέρα.
(a.2)