Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Οι κρυψώνες μας

Στην άκρη στη σούδα, συνηθίζαμε να φτιάχνουμε τις κρυψώνες μας μόλις φτάναμε στο χωριό. Η δικιά μου ήταν φτιαγμένη εκεί που η νεροφαγιά είχε ξεγυμνώσει τις ρίζες απ’ τα πουρνάρια και τα κέδρα αφήνοντας ένα χάσμα. Από πάνω της μια καμπύλη σα γέφυρα απ’ τη γυμνή ρίζα προσδιόριζε ένα μικρό βαθούλωμα και μια πλατειά πέτρα ακριβώς πιο δίπλα έφτιαχνε τη στέγη από μια κρυψώνα ένα αρχιτεκτόνημα που η φύση μόνο μπορεί να φτιάσει. Εκεί από κάτω έκρυβα τους θησαυρούς της ημέρας που τον αποτελούσαν δύο κόκκινα κορόμηλα από την κορομηλιά της γιαγιάς και ένα θεσπέσιο μήλο απ’ τις μηλιές της θειάς της Πράγκενας που έτυχε να μου δώσει ή ότι άλλο θα μπορούσα να φυλάξω για κάποια άλλη ώρα της ημέρας. Τα λίγα πολύτιμα φρούτα που φύλαγα από κάτω όταν πήγαινα να τα πάρω τα μοιραζόμουνα συνήθως με τα μυρμήγκια της περιοχής, αλλά δεν με πείραζε. Μου άρεσε πολύ η κρυψώνα μου κι έτσι συμβιβαζόμουν με τη μοιρασιά. Τα κορόμηλα τα μαζεύαμε σκαρφαλώνοντας στον ολόισιο κορμό της κορομηλιάς που τον προφύλαγαν μερικά μακριά αγκάθια. Είχαμε μάθει όμως μετά από μερικά τρυπήματα στο δρόμο προς την άνοδο να τα αποφεύγουμε χωρίς να το μαρτυράμε στους άλλους, σαν στοιχειώδη προφύλαξη για τα κορόμηλα. Τα κορόμηλα ήταν τα πρώτα που γινόντουσαν και εκείνα τα κόκκινα της γιαγιάς ήταν απ’ τα πρώιμα. Οι κρυψώνες που είχαμε τα καλοκαίρια παρέμεναν χαραγμένες στη μνήμη για όλο το χρόνο και όταν ξαναρχόμασταν τρέχαμε πάλι να τις βρούμε. Οι πιο πολλές όμως είχαν χαθεί καθώς ο χειμώνας είχε περάσει από πάνω τους και είχε αλλάξει τη μορφή εκείνου που πέρσι αφήσαμε. Έτσι ξεκινάγαμε σε αναζήτηση καινούργιας κρυψώνας πιστεύοντας πως την άλλη χρονιά θα μας περίμενε άθικτη όπως το φιλόξενο σπίτι  της γιαγιάς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου